Η Ελλάδα κατατάσσεται στη δεύτερη θέση παγκοσμίως, μετά το Μεξικό, μεταξύ των χωρών με τους πιο καταπονημένους εργαζομένους, σύμφωνα με διεθνή έρευνα της Sielett.
Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από 26 χώρες, συνδυάζοντας στοιχεία για ώρες εργασίας, ημέρες άδειας, μισθούς, ποσοστά εργασιακού στρες και αναζητήσεις που σχετίζονται με τον όρο “burnout”.
Τα αποτελέσματα αποτυπώνονται στον δείκτη «Overworked Metric», που αξιολογεί το επίπεδο υπερεργασίας σε κλίμακα από το 0 έως το 100. Η Ελλάδα συγκεντρώνει 61,9 μονάδες, ακολουθώντας το Μεξικό (64,4) και προηγούμενη των Καναδά, Μάλτας και Πολωνίας.
ΒΑΣΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι δουλεύουν κατά μέσο όρο 2.025 ώρες τον χρόνο, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα διεθνώς, ενώ το 59% δηλώνει ότι βιώνει καθημερινό εργασιακό στρες. Παράλληλα, οι Έλληνες λαμβάνουν 32 ημέρες άδειας ετησίως, ποσοστό υψηλότερο από αρκετές άλλες χώρες της λίστας.
Η μέση ετήσια αμοιβή ανέρχεται στα 21.113 ευρώ, ενώ οι αναζητήσεις για θέματα σχετιζόμενα με το burnout είναι αυξημένες, αντικατοπτρίζοντας την πίεση που αντιμετωπίζει το εργατικό δυναμικό. Η συνδυασμένη αυτή εικόνα οδήγησε στη δεύτερη υψηλότερη βαθμολογία υπερεργασίας στον κόσμο.
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ
Πρώτο στη λίστα βρίσκεται το Μεξικό, όπου οι εργαζόμενοι απασχολούνται 2.311 ώρες ετησίως, με μόλις 20 ημέρες άδειας και μέση αμοιβή 11.375 ευρώ. Ακολουθούν ο Καναδάς (1.955 ώρες, 38 ημέρες άδειας), η Μάλτα (2.038 ώρες, 21 ημέρες άδειας) και η Πολωνία (1.988 ώρες, 33 ημέρες άδειας).
Η μελέτη δείχνει ότι οι χώρες με τις περισσότερες ώρες εργασίας και το υψηλότερο ποσοστό στρες καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις, ανεξαρτήτως του μέσου μισθού. Παράλληλα, η αυξημένη αναζήτηση πληροφοριών για το burnout σε αυτές τις χώρες συνδέεται με την ανάγκη για καλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ
Η έρευνα της Sielett βασίστηκε σε πέντε βασικούς δείκτες: ετήσιες ημέρες άδειας, μέσες ετήσιες ώρες εργασίας, μέσο ετήσιο εισόδημα, ποσοστό εργαζομένων που βιώνουν καθημερινό στρες και αναζητήσεις για το burnout ανά 100.000 κατοίκους.
Στόχος της μελέτης είναι να αναδείξει τις παγκόσμιες τάσεις υπερεργασίας και να ενθαρρύνει τον διάλογο για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και της ψυχικής υγείας.





