Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η αγορά εργασίας στην Ελλάδα παρουσίασε έντονη μεταβλητότητα, σύμφωνα με το οικονομικό δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank.
Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε από 7,8% το 2008 σε 27,5% το 2013, για να μειωθεί σταδιακά στο 10,1% το 2024. Η βελτίωση αυτή αποδίδεται στην ανάκαμψη της οικονομίας και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν την τελευταία δεκαετία.
Η Eurostat ορίζει ως «χαλαρότητα» στην αγορά εργασίας (labour market slack) το σύνολο των ατόμων που επιθυμούν να εργαστούν περισσότερο ή να εισέλθουν στην αγορά εργασίας αλλά δεν το πράττουν για διάφορους λόγους. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται οι άνεργοι, οι υποαπασχολούμενοι με μερική απασχόληση, όσοι είναι διαθέσιμοι να εργαστούν αλλά δεν αναζητούν εργασία, καθώς και όσοι αναζητούν εργασία αλλά δεν είναι άμεσα διαθέσιμοι να ξεκινήσουν.
ΥΨΗΛΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Κατά την περίοδο 2009-2024, η χαλαρότητα της ελληνικής αγοράς εργασίας διαμορφώθηκε στο 24,7% του «εκτεταμένου» εργατικού δυναμικού, ποσοστό που ήταν το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την Ισπανία (27,2%). Στην ΕΕ-27 το αντίστοιχο ποσοστό ανήλθε σε 15,9% και στην Ευρωζώνη σε 17,1%.
Η υψηλή επίδοση της Ελλάδας αποδίδεται κυρίως στα επίπεδα ανεργίας που καταγράφηκαν στα χρόνια της κρίσης, καθώς η ανεργία αντιστοιχούσε περίπου στο 71% της συνολικής χαλαρότητας. Παράλληλα, η Ελλάδα πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27, με πτώση κατά 19,9 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2013 και 2024.
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ
Η χαλαρότητα αυξήθηκε από 13,6% το 2009 σε πάνω από 30% την πενταετία 2012-2016, πριν αρχίσει να μειώνεται σταθερά. Η ταχύτερη αποκλιμάκωση σημειώθηκε την περίοδο 2017-2019 και ξανά την τριετία 2021-2023, όταν το ποσοστό υποχώρησε κατά περίπου 3 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως.
Από το 2023, η Ελλάδα καταγράφει χαμηλότερα επίπεδα χαλαρότητας σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ το 2024 το ποσοστό της ήταν χαμηλότερο και από αυτό της ΕΕ-27. Η σύγκλιση είναι πιο έντονη στους άνδρες, ενώ στις γυναίκες η αποκλιμάκωση είναι βραδύτερη.
ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ
Μετά την ανεργία, η δεύτερη μεγαλύτερη συνιστώσα της χαλαρότητας είναι η υποαπασχόληση. Κατά μέσο όρο, οι μερικώς απασχολούμενοι που θα ήθελαν να εργαστούν περισσότερες ώρες αντιστοιχούν στο 3,7% του εκτεταμένου εργατικού δυναμικού. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε έως το 2016 και από τότε κινείται πτωτικά, φθάνοντας το 2024 στα επίπεδα του 2009.
Η κατηγορία των ατόμων που είναι διαθέσιμα να εργαστούν αλλά δεν αναζητούν εργασία αυξήθηκε έως το 2019 και κορυφώθηκε την περίοδο της πανδημίας, όταν οι περιορισμοί και η αναστολή λειτουργίας των σχολείων ώθησαν αρκετούς να παραμείνουν εκτός αγοράς εργασίας. Το 2024 το σχετικό ποσοστό επέστρεψε στα προ κρίσης επίπεδα.
ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ
Παρά τη σημαντική βελτίωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά χαλαρότητας στην ΕΕ. Οι βασικές αιτίες σχετίζονται με τη χαμηλή συμμετοχή των γυναικών και των νέων στην αγορά εργασίας, καθώς και με το χάσμα δεξιοτήτων μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Η περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης απαιτεί στοχευμένες μεταρρυθμίσεις που θα προωθήσουν την επανακατάρτιση του εργατικού δυναμικού, ειδικά των μακροχρόνια ανέργων, και θα ενθαρρύνουν την ισότιμη συμμετοχή όλων των ομάδων στον παραγωγικό ιστό. Μια αποτελεσματικότερη αγορά εργασίας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και στη μείωση των επιπτώσεων από τη γήρανση του πληθυσμού.





