Η ελληνική οικονομία στις αρχές του 2026 μοιάζει με έναν αθλητή που έχει ανακτήσει τις δυνάμεις του έπειτα από έναν μακρύ τραυματισμό, αλλά δυσκολεύεται να ακολουθήσει τον ρυθμό των κορυφαίων δρομέων στη διεθνή αρένα.
ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΚΟΓΚΑ*
Οι ρυθμοί ανάπτυξης φαινομενικά είναι ικανοποιητικοί και υπερβαίνουν τους αντίστοιχους άλλων χωρών. Ομως, αυτό κυρίως συμβαίνει γιατί η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάκαμψης από τη μεγαλύτερη κρίση που έχει εμφανιστεί ποτέ σε παγκόσμιο επίπεδο. Συνολικά, κατά την περίοδο της κρίσης (2008 έως 2016) η ελληνική οικονομία έχασε περίπου το 25% του ΑΕΠ της. Ολοι οι οικονομολόγοι ξέρουμε πως κάθε οικονομία σε φάση ύφεσης μοιάζει με ένα έλασμα ή ένα λάστιχο που πιέζουμε προς τα κάτω. Ετσι, όταν αρχίσει να αμβλύνεται η κρίση, η πίεση φεύγει και επιστρέφει με ορμή προς τη μακροχρόνια τάση της. Οι ρυθμοί δηλαδή ανάπτυξης της Ελλάδας είναι απολύτως αναμενόμενοι έπειτα από μια τόσο βαθιά κρίση και αντανακλαστικοί. Δεν είναι αποτέλεσμα δομικών, ουσιαστικών και αποτελεσματικών αλλαγών που βελτιώνουν το παραγωγικό μοντέλο, την παραγωγικότητα και κατ’ επέκταση την ανταγωνιστικότητά της διεθνώς. Αντίθετα, η πραγματική εικόνα της ανταγωνιστικότητας αποκαλύπτει συστημικές αδυναμίες που απειλούν τη μακροπρόθεσμη πορεία της χώρας.
Η «ψυχρολουσία» των δεικτών
Οι πρόσφατες εκθέσεις διεθνών οργανισμών, όπως αυτή του Ινστιτούτου IMD για την ανταγωνιστικότητα 2025-2026, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Η Ελλάδα υποχώρησε από την 46η θέση της παγκόσμιας κατάταξης το 2021 και την 47η το 2024 στην 50ή το 2025, χάνοντας έδαφος σε κρίσιμους τομείς (πίνακας 1).
Η πτώση αυτή δεν είναι απλώς ένας αριθμός, αντανακλά τη δυστοκία της χώρας να μεταφράσει τη δημοσιονομική σταθερότητα σε επιχειρηματική αποτελεσματικότητα και βιώσιμη ανάπτυξη.
Οι επιμέρους δείκτες αντανακλούν την ίδια εικόνα υποχώρησης της ανταγωνιστικότητας ή στην καλύτερη περίπτωση στασιμότητας: οικονομικές επιδόσεις, αποτελεσματικότητα του κράτους, αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων, υποδομές (πίνακας 2).
Παρά τη βελτίωση στα μακροοικονομικά μεγέθη, η χώρα υστερεί δραματικά σε δύο κρίσιμα μέτωπα: στην παραγωγικότητα της εργασίας και στην ψηφιακή ετοιμότητα. Αυτά, όπως θα δούμε, είναι αλληλένδετα.
Σύμφωνα με το Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγικότητας, το ελληνικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο παραμένει μόλις στο 52% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό το χάσμα σημαίνει ότι παράγουμε τη μισή αξία ανά ώρα εργασίας σε σχέση με τους εταίρους μας, γεγονός που καθηλώνει τους μισθούς, τα κέρδη και περιορίζει την ελκυστικότητα της χώρας για επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας. Ετσι καταφέρνουμε να εργαζόμαστε περισσότερο από όλους στην Ε.Ε. και ταυτόχρονα να έχουμε τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη μετά τη Βουλγαρία.
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι για όσους δεν έχουν σπουδάσει οικονομικά: χαμηλή παραγωγικότητα δεν σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι είναι τεμπέληδες ή δεν εργάζονται εντατικά. Σημαίνει απλά ότι παρά την πρωτιά στις ώρες εργασίας, αυτή δεν συνοδεύεται με τις κατάλληλες επενδύσεις σε κεφάλαιο, τεχνολογία και νέες ψηφιακές τεχνολογίες που εκτινάσσουν την παραγωγικότητα με τις ίδιες ώρες εργασίας.
Οι τομείς που «πονάνε»
Η ακτινογραφία των υστερήσεων δείχνει ξεκάθαρα πού απαιτούνται παρεμβάσεις:
Ψηφιακός μετασχηματισμός: Ενώ το κράτος έχει κάνει πρόοδο, οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες, παραμένουν ουραγοί. Η χαμηλή χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης και η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού δημιουργούν μια οικονομία δύο ταχυτήτων.
Καινοτομία και έρευνα (R&D): Η σύνδεση της πανεπιστημιακής έρευνας με την αγορά παραμένει ασθενική. Η Ελλάδα παράγει γνώση, αλλά δυσκολεύεται να τη μετατρέψει σε πατέντες και εξαγώγιμα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Στην Ελλάδα όλοι νομίζουν ότι αυτό σημαίνει πως τα πανεπιστήμια δεν κάνουν κάτι, π.χ., να παρακαλούν τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιήσουν τη γνώση που παράγουν. Σε όλο τον κόσμο γίνεται το αντίθετο: οι επιχειρήσεις κυνηγούν να οικειοποιηθούν τη γνώση που παράγεται από τα πανεπιστήμια, φυσικά προς όφελός τους.
Κόστος ενέργειας και γραφειοκρατία: Παρά τις μεταρρυθμίσεις, το ενεργειακό κόστος παραμένει δυσβάσταχτο για τη μεταποίηση, ενώ οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης είναι οι χειρότερες στον αναπτυγμένο κόσμο και λειτουργούν ως «φρένο» για κάθε σοβαρό επενδυτικό πλάνο. Δεν μπορεί να περιμένεις, π.χ., 10 χρόνια για να τελεσιδικήσει μια αγωγή για παραβίαση πατέντας.
Το στοίχημα του 2026
Το 2026 αποτελεί ορόσημο, καθώς ολοκληρώνεται ο κύκλος του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF). Το ερώτημα δεν είναι πλέον πόσα κεφάλαια θα απορροφήσουμε, αλλά πώς αυτά θα δημιουργήσουν παραγωγικό μοντέλο. Η χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται αιώνια στον τουρισμό και την κατανάλωση. Απαιτείται ένα στρατηγικό πλάνο που θα εστιάζει:
Στην ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανίας μέσω φορολογικών, νομικών και άλλων κινήτρων.
Στη ριζική αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης -που πρακτικά έχει καταργηθεί με την ανωτατοποίηση των ΤΕΙ- για να καλυφθεί το τεράστιο κενό σε τεχνικές δεξιότητες.
Στη δημιουργία μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχημάτων μέσω συγχωνεύσεων, ώστε να αποκτήσουν οι ελληνικές εταιρίες το μέγεθος που απαιτείται για να σταθούν στον διεθνή ανταγωνισμό.
Τι πρέπει να γίνει
Είναι εμφανές ότι το πρόβλημα της χώρας είναι συνολικό και παραμένει άλυτο: δεν είναι ότι η χώρα πρέπει να αλλάξει παραγωγικό μοντέλο, αλλά ότι η χώρα δεν έχει, όπως ποτέ εδώ και 30 χρόνια, οποιοδήποτε παραγωγικό μοντέλο. Πέρα από μεγάλα λόγια, επίφαση αλλαγών και σχεδιασμών, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Δεν υπάρχει κάποιο πρότυπο αναπτυγμένης, ανταγωνιστικής, σύγχρονης χώρας, ούτε στο μυαλό των κυβερνώντων ούτε και των ψηφοφόρων. Ο Ελληνας πρέπει πια να αποφασίσει πού θέλει να πάει στο μέλλον. Σε ποια χώρα θέλει να μοιάσει, έτσι ώστε όλα να συγκλίνουν σε ένα συγκεκριμένο, ορατό και μετρήσιμο στόχο. Αντίθετα, αυτό που βλέπουμε για δεκαετίες είναι μια ρηματική θέληση για να «αλλάξουμε όλα» τα κακώς κείμενα, χωρίς όμως να ξέρουμε με τι θα τα αντικαταστήσουμε. Φυσικά και μόνο οι μαξιμαλιστικοί αυτοί στόχοι είναι λάθος. Η χώρα δεν άρχισε από το μηδέν προκειμένου να τα γκρεμίσει όλα και να ξεκινήσει από την αρχή. Ηταν και είναι μια αναπτυγμένη χώρα, που για να γίνει πιο ανταγωνιστική και παραγωγική θα πρέπει απλώς ό,τι κάνει από τώρα και στο μέλλον να το κάνει σωστά, μελετημένα, ως ένα κομμάτι ενός απώτερου σχεδιασμού. Ετσι, σταδιακά και μεθοδικά θα μπει σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης και ευημερίας των πολιτών της.
*Καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης και Διεθνών Οικονομικών
Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (20 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026)







