Άρθρο: Ηρακλής Ρούπας – Λειτουργώντας μέσα σε οικονομική «παραίσθηση» ανάπτυξης τύπου «Κ»

Αναλύσεις πολλές γίνονται το τελευταίο διάστημα για το αναγκαίο πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας, με δεδομένες πλέον τις αλλαγές που επιφέρουν οι γεωπολιτικές εξελίξεις.

Εχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από το 1978, που ο Βάτσλαβ Χάβελ συνέταξε την έκθεση «Ζώντας με ένα ψέμα», στην οποία προσεγγίζει το γεγονός ότι σε ολοκληρωτικά καθεστώτα οι πολίτες «υποχρεούνται να συμμετέχουν σε μια καθημερινή ρουτίνα για να επιβιώσουν».

ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΡΟΥΠΑ*

Απόσπασμα που πρόσφατα χρησιμοποίησε σε ομιλία του ο πρωθυπουργός του Καναδά Μ. Κάρνεϊ. Αν όμως υπό το πρίσμα του σημερινού περιβάλλοντος παραφράσουμε τη διατύπωση του Χάβελ σε «παραίσθηση ανάπτυξης», οριοθετείται η προβληματική με βάση την οποία η «ανάπτυξη» που βιώνουμε στη χώρα βασίζεται στην «υποσυνείδητα» επιβαλλόμενη αποδοχή από την πλειονότητα των πολιτών ότι ανάπτυξη υπάρχει, αλλά όχι για όλους.

Αναλύσεις πολλές γίνονται το τελευταίο διάστημα για το αναγκαίο πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας, με δεδομένες πλέον τις αλλαγές που επιφέρουν οι γεωπολιτικές εξελίξεις. Δυστυχώς, αυτό που γίνεται σε διεθνή κλίμακα δεν υπάρχει δυνατότητα να αποκτήσει βάση μελλοντικής αναφοράς για τα εγχώρια πεπραγμένα, καθώς η στόχευση αυτή δεν επιτυγχάνεται σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και επικοινωνιακά πρότυπα μικροανάπτυξης που χρησιμοποιούνται σήμερα. Η χώρα, όμως, έχει ανάγκη από μία δραστική επαναπροσέγγιση αναπτυξιακής πολιτικής, όχι στα λόγια, αλλά με προτάσεις που να σηματοδοτούν εκ βάθους αλλαγή φιλοσοφίας.

Το πολιτικό σύστημα, έχοντας καταληφθεί εξαπίνης από τους γεωπολιτικούς επαναπροσδιρισμούς, απέφευγε και αποφεύγει να αναδείξει τα κενά μεταξύ πραγματικότητας και αναλήθειας. Εστιάζει σε μικροπροσεγγίσεις, με στόχο να γίνουν αρεστές και κατ’ επέκταση εκλογικά χρήσιμες, στη μοιρολατρική αποδοχή της επιβαλλόμενης επίπλαστης πραγματικότητας. Η θεωρία όμως έχει ονοματίσει τον τύπο της «φημολογούμενης» ανάπτυξης με βάση την ακολουθούμενη εγχώρια κυβερνητική πολιτική, την οποία χαρακτηρίζει ανάπτυξη τύπου «Κ». Μία ιδιαίτερη προσέγγιση, που επί της ουσίας αναδεικνύεται από τη σταδιακή μετάλλαξη της έννοιας «βιώσιμη ανάπτυξη» υπό το πρίσμα των διεθνών εξελίξεων.

Η ανάπτυξη τύπου «Κ» περιγράφει μια οικονομία σαν την εγχώρια, όπου διαφορετικοί τομείς, κλάδοι ή εισοδηματικές ομάδες ανακάμπτουν ή αναπτύσσονται με αποκλίνοντες ρυθμούς. Ενώ κάποιοι κλάδοι (π.χ., τεχνολογία, τουρισμός) παρουσιάζουν άνοδο, άλλοι (π.χ., παραδοσιακό εμπόριο, μικρομεσαίες επιχειρήσεις) οδηγούνται σε στασιμότητα ή ύφεση, αυξάνοντας την ανισοκατανομή του πλούτου. Χαρακτηρίζεται από: α) ανισομερή ανάπτυξη, όπου οι εύποροι και οι εξειδικευμένοι κλάδοι ενισχύονται, ενώ οι πιο ευάλωτοι μένουν πίσω και β) αποκλίνουσες πορείες με μη ομοιόμορφη ανάπτυξης και συνέπεια διαφοροποιημένων πεδίων οικονομικής ανάπτυξης.

Σε τέτοια περίπτωση απαιτούνται άμεσες διορθωτικές ειλικρινείς και μακροπρόθεσμες ενέργειες ουσίας, έτσι ώστε ο πολίτης να μην υποχρεώνεται να «ζει σε ένα ψέμα». Η κυβέρνηση, όμως, πορεύεται χωρίς προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας αυτής, καθώς δηλώσεις πολιτικών ταυτίζονται καθημερινά με τη στρεβλότητα της εφαρμοζόμενης αναπτυξιακής πολιτικής. Εστιάζω σε δύο πρόσφατες πολιτικές τοποθετήσεις, χαρακτηριστικές της επικρατούσας φιλοσοφίας. Αφενός του νέου γενικού γραμματέα Εμπορίου και αφετέρου του πρωθυπουργού.

Προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω την «ειδικού σκοπού» προσέγγιση της ακρίβειας από έναν ακαδημαϊκό και νέο γενικό γραμματέα, καθηγητή Μαραβέγια, που υποστηρίζει πως «οι τιμές βασικών αγαθών δεν έχουν αυξηθεί άνω του 2%-3%, ταυτόχρονα αποδίδοντας το γεγονός ότι τα έσοδα των αλυσίδων τροφίμων σχεδόν διπλασιάστηκαν, στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών»! Ενας ακαδημαϊκός που υποκύπτει εύκολα στο επικοινωνιακό αφήγημα της κυβέρνησης, όταν ο ίδιος αφήνει τα έδρανα του πανεπιστημίου για να γίνει πολιτικός.

Φαίνεται ότι επέλεξε με ευκολία να παραβλέψει την πραγματικότητα, που οφείλει να υπηρετήσει. Μία πραγματικότητα που κατά τον νέο γ.γ. θα επανέλθει στην κανονικότητα με τη θεσμοθέτηση ακόμα μιας ανεξάρτητης Αρχής. Το νέο «αφήγημα» ελέγχου των ανεξέλεγκτων τιμών θα βασίζεται στην νέα Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή. Μία προστασία που έπρεπε να παρέχετε από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Οπως ακριβώς γίνεται στις υπόλοιπες οικονομικά αναπτυγμένες χώρες. Μία προστασία που επειδή ακριβώς δεν υφίσταται αναγκάζει τους πολίτες να βιώνουν την «παραίσθηση» μιας άδικης ανάπτυξης.

Σε πλήρη ευθυγράμμιση με την παραπάνω προσέγγιση, η δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι «προτιμάει την αύξηση μισθών, από τη μείωση των έμμεσων φόρων», αναδεικνύει άποψη καθόλα σεβαστή, αλλά με εμφανή αναποτελεσματικότητα, όπως αναδεικνύει η υφιστάμενη μη κανονικότητα της οικονομίας. Συντασσόμενος έμμεσα με το παράλληλο οικονομικό σύμπαν του κ. Μαραβέγια, ο κύριος πρωθυπουργός προβαίνει σε μία κοινότυπη δήλωση ότι «η καλύτερη απάντηση στην ακρίβεια είναι η αύξηση μισθών», παραβλέποντας δύο σημαντικές παραμέτρους που καθιστούν την τοποθέτησή του αυτή ως άκαιρη.

Η πρώτη παράμετρος αφορά το γεγονός ότι θα έπρεπε να είχε αξιολογήσει ότι η πραγματική αποτύπωση του αποτελέσματος της όποιας αύξησης μισθών γίνεται όταν αναπροσαρμόζονται όλα τα πεδία παροχών και επιδομάτων. Σε αντίθετη περίπτωση καθίσταται προσχηματική. Η δεύτερη αναδεικνύεται από το γεγονός ότι με τη δήλωσή του ο πρωθυπουργός δείχνει να μην αποδέχεται την οικονομική θεωρία που προσδιορίζει σαφώς πως οι έμμεσοι φόροι αποτελούν βάση ανάδειξης φορολογικής ανισότητας. Θέση που έρχεται σε αντίθεση με τις κατά καιρούς εξαγγελίες περί κοινωνικά δίκαιης φορολογικής πολιτικής.

Θα είχε ενδιαφέρον να απαντηθεί εάν ο κύριος πρωθυπουργός θα επέμενε στην τοποθέτησή του εάν είχε την πλήρη εικόνα -ελπίζω να την έχει- αναφορικά με το γεγονός ότι με πρόσφατη ανακοίνωση των προσωρινών στοιχείων εκτέλεσης του Προϋπολογισμού, σε ταμειακή βάση για το 2025, το πρωτογενές πλεόνασμα που ανακοινώθηκε οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην υποεκτέλεση στο σκέλος των δαπανών. Αν συνυπολογιστεί το γεγονός ότι οι «αθέατοι έμμεσοι φόροι» στην κατανάλωση που αντιπροσωπεύουν περίπου το 41% των φορολογικών εσόδων (σε σύγκριση με 30% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ) τοποθετούν τη χώρα μας (σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ) στην προτελευταία θέση, γίνεται εμφανές πως απαιτείται ριζική αναθεώρηση της φιλοσοφίας σκέψης και δράσης από την κυβέρνηση.

Καμία μακροπρόθεσμη ανάπτυξη δεν επιτυγχάνεται με δογματισμούς. Δυστυχώς, οι δύο δηλώσεις στις οποίες εστίασα την κριτική μου φαίνεται να βασίζονται σε μια πολιτική και φιλοσοφική προσέγγιση που αγγίζει περισσότερο τον δογματισμό παραγωγής στρεβλοτήτων, παρά την ανάδειξη μιας ευελιξίας, προσαρμοσμένης στο συνεχώς μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον.

*Οικονομολόγος

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 6/2/2026)

Advertisement 5



ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ