Του ΑΝΤΩΝΗ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ*
Πάγιο ζητούμενο για την ελληνική οικονομία είναι η αύξηση της παραγωγικότητάς της, δηλαδή του παραγόμενου προϊόντος ανά μονάδα χρόνου. Ολες οι μελέτες που έχουν γίνει δείχνουν ότι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα υστερεί σε σχέση με τη μέση παραγωγικότητα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά ακόμα και συγκρινόμενη με χώρες που μοιάζουν με την Ελλάδα όπως η Πορτογαλία. Βέβαια, η σύγκριση πρέπει να γίνεται κλαδικά. Υπάρχει ένας κλάδος όπου η παραγωγικότητα στην Ελλάδα υπερτερεί της μέσης παραγωγικότητας της Ε.Ε.: στον κλάδο των βασικών μετάλλων στην Ελλάδα παράγουμε προστιθέμενη αξία 65.800 ευρώ/άτομο, ενώ στην Ε.Ε. το αντίστοιχο μέγεθος ήταν 62.900 ευρώ/άτομο (στοιχεία από μελέτη του ΙΟΒΕ, Δεκέμβριος 2023).
Η παραγωγικότητα αυξάνεται στην οικονομία, όταν κατά τη διάρκεια της παραγωγής (ή της παροχής υπηρεσιών) η δουλειά που κάνει το μηχάνημα υποκαθιστά τη ζωντανή εργασία. Οταν η παραγωγικότητα σε μια επιχείρηση αυξάνεται (και όλα τα άλλα μεγέθη παραμένουν σταθερά), τα προϊόντα της γίνονται φθηνότερα. Οταν εξακολουθούν να πωλούνται στην ίδια τιμή, το ποσοστό κέρδους αυξάνεται και η συγκεκριμένη επιχείρηση γίνεται πιο ανταγωνιστική, τουλάχιστον για όσο διάστημα οι ανταγωνιστές της δεν προχωρούν και εκείνοι σε ανάλογες επενδύσεις που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα στις δικές τους επιχειρήσεις. Η αύξηση της παραγωγικότητας δεν είναι αυτοσκοπός για την καθεμία επιχείρηση (ενδεχομένως είναι αυτοσκοπός από τη σκοπιά της κοινωνίας συνολικά), είναι μέσο για τη διατήρηση ή αύξηση της κερδοφορίας της.
Εκανα αυτή την απαραίτητη εισαγωγή για να επικεντρωθώ στη συνέχεια στην ελληνική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα έχουμε χαμηλή παραγωγικότητα (εκτός λίγων εξαιρέσεων, όπως είπαμε στην αρχή) και χαμηλό ύψος επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ (γύρω στο 16%), κάτι που δείχνει ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον από τους επιχειρηματίες για την αύξηση της παραγωγικότητας. Γιατί δεν υπάρχει ενδιαφέρον;
Λίγες επιχειρήσεις δρουν σε πραγματικά ανταγωνιστικό περιβάλλον. Οι εταιρίες διύλισης πετρελαίου κυριαρχούν στην εγχώρια αγορά καυσίμων και περιμένουν να δουν πώς θα εξελιχθεί η όλη συζήτηση περί ανανεώσιμης ενέργειας και εγκατάλειψης των υδρογονανθράκων που εξακολουθεί να είναι η επιδίωξη της Ε.Ε. Γιατί να επενδύσουν σε μηχανολογικό εξοπλισμό που δεν είναι βέβαιες ότι θα αξιοποιήσουν πλήρως και σε βάθος χρόνου; Φαίνεται πως λόγω Τραμπ ο ενθουσιασμός με την πράσινη ενέργεια έχει κάπως μετριαστεί, στην Ελλάδα όμως ακόμα ομνύουμε στις ανεμογεννήτριες. Οσο για τις φαρμακευτικές, που είναι σημαντικό μέρος της ελληνικής βιομηχανίας, δρουν σε περιβάλλον ρυθμιζόμενο (regulated) και οι τιμές των προϊόντων τους καθορίζονται με τιμοκαταλόγους. Είναι συνεπώς εύλογο να ασχολούνται με το lobbying της κυβέρνησης μάλλον παρά με επενδύσεις.
Είναι δύσκολο να βρεθεί χρηματοδότηση για επενδύσεις με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον εθιστεί να δανείζουν μόνο στο πλαίσιο χρηματοδοτικών εργαλείων ή ευρωπαϊκών προγραμμάτων που παρέχουν εγγυήσεις, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Συνεπώς και οι επιχειρηματίες προτιμούν έργα που να είναι επιλέξιμα βάσει των κριτηρίων των προγραμμάτων αυτών.
Ο βασικότερος λόγος που δεν επιδιώκεται η αύξηση της παραγωγικότητας από τις επιχειρήσεις είναι ότι οι επιχειρηματίες μπορούν να βγάλουν εύκολα λεφτά με άλλες δραστηριότητες, όπως τα χρηματιστηριακά παιχνίδια και η κερδοσκοπία με το real estate. Βλέπεις έναν επιχειρηματία που ξαφνικά χτίζει συγκρότημα πολυτελών κατοικιών (μετά ξενοδοχειακής μονάδος) στην Τζιά. Αυτή η «επένδυση» βαφτίζεται στρατηγική, παρακάμπτει τις κανονικές διαδικασίες αδειοδοτήσεων και βρίσκει εύκολα χρηματοδότηση. Το ότι έτσι καταστρέφεται η χώρα και διαλύονται οι τοπικές κοινότητες δεν απασχολεί ούτε καν τις ίδιες, που σε πολλές περιπτώσεις δελεάζονται από την προοπτική του παράπλευρου πλουτισμού. Λίγες είναι οι περιπτώσεις που υπάρχει αντίσταση στο καταστροφικό μένος.
Στη βιομηχανία μπορεί να αυξηθεί η παραγωγικότητα, αν γίνουν επενδύσεις. Η αύξηση της παραγωγικότητας ρίχνει τις τιμές μεσοπρόθεσμα, χωρίς να μειώνει το κέρδος του επιχειρηματία (συνήθως και οι τιμές μειώνονται και το κέρδος αυξάνεται). Αυτό το win win δεν υπάρχει ούτε στο εμπόριο ούτε στις τουριστικές υπηρεσίες. Ολη η λεγόμενη «ανάπτυξη» που διαφημίζει η κυβέρνηση συγκεντρώνεται στις εμπορικές δραστηριότητες (εμπορικά κέντρα και πολυκαταστήματα) και στον τουρισμό. Αφού αυτές οι δραστηριότητες είναι εντάσεως εργασίας, η κερδοφορία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την εντατικοποίηση της εργασίας και με την αύξηση των τιμών. Γι’ αυτό βλέπουμε την καθιέρωση του 13ώρου, δηλαδή εργασίας εξουθενωτικής που δεν αφήνει ανάσα για οτιδήποτε άλλο. Ο τύπος ανάπτυξης που προωθεί η κυβέρνηση «χρειάζεται» και τα εξουθενωτικά ωράρια και τις αυξανόμενες τιμές (πληθωρισμός), κάτι που βέβαια συνθλίβει το βιοτικό επίπεδο του μέσου μισθωτού.
Ετσι εξηγείται όχι μόνο η χαμηλή παραγωγικότητα της οικονομίας, αλλά και ο μειούμενος ρυθμός αύξησής της (ενώ θα έπρεπε να στοχεύουμε στο αντίστροφο): το 2022 η παραγωγικότητα στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 3,2%, το 2023 κατά 1,1%, το 2024 κατά 1,0% και το 2025 αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,8% (στοιχεία από τη Νομισματική Πολιτική της ΤτΕ, Ιούνιος 2025, σελ. 88). Είναι τελείως προφανές σε κάθε καλόπιστο άνθρωπο ότι ο τύπος «ανάπτυξης» που ακολουθείται είναι λανθασμένος.
Εν γνώσει μου ότι μιλάω σε ώτα μη ακουόντων, έχω να προτείνω στον υπουργό Ανάπτυξης έναν τρόπο να επιτύχει αύξηση της παραγωγικότητας που μεσοπρόθεσμα θα πετύχει και θα τον καταστήσει ιδιαίτερα δημοφιλή: να αυξήσει πολύ τους μισθούς μέχρι το 2030. Ας πούμε να τους φέρει στο μέσο επίπεδο μισθών της Ε.Ε. Οταν το κόστος εργασίας αυξηθεί οριζόντια σε όλη την οικονομία, οι επιχειρηματίες θα πιεστούν να υποκαταστήσουν τη ζωντανή εργασία με τεχνολογία (συσσωρευμένη εργασία). Θα αναγκαστούν, δηλαδή, να κάνουν επενδύσεις, κάτι που θα ανεβάσει το τεχνολογικό περιεχόμενο του βιομηχανικού μας προϊόντος και θα μας κάνει περισσότερο ανταγωνιστικούς διεθνώς. Στον χώρο των υπηρεσιών κι εκεί θα αναγκαστούν οι επιχειρηματίες να βρουν τρόπους να αυξήσουν την παραγωγικότητα, κάτι που τώρα δεν χρειάζεται να κάνουν διότι πληρώνουν εξευτελιστικούς μισθούς. Κι, επιτέλους, ας υπάρξει και λίγη δημιουργική καταστροφή (που θα είναι προς όφελος της χώρας συνολικά).
Τέλος, ο τουρισμός. Στον τουρισμό δεν μπορεί να αυξηθεί η παραγωγικότητα (το μόνο που συντηρεί την κερδοφορία είναι η ένταση εργασίας), εκτός αν εφευρεθούν σερβιτόροι ρομπότ. Αρα το αυξημένο κόστος εργασίας θα πρέπει να το απορροφήσει ο επιχειρηματίας (μειώνοντας το ποσοστό κέρδους του) ή θα πρέπει να αυξήσει την τιμή του τουριστικού του προϊόντος. Υποψιάζομαι ότι θα κάνει το δεύτερο, αλλά για να το πετύχει, θα πρέπει να προσφέρει ποιοτικότερο προϊόν απ’ αυτό που προσφέρει σήμερα. Κι αυτό θα είναι προς όφελος της χώρας.
Η πρόταση είναι απολύτως σοβαρή. Η σημερινή «ανάπτυξη» είναι, δυστυχώς, ψευδώνυμη, αντί να στηριχθεί στην αύξηση της παραγωγικότητας, στηρίζεται στην εντατικοποίηση της εργασίας. Οι χαμηλοί μισθοί και η ένταση της εκμετάλλευσης στη χώρα καθυστερούν την υιοθέτηση μεθόδων ή τεχνολογίας που αυξάνουν την παραγωγικότητα.
*Οικονομολόγος, με μακρά εμπειρία στο εξωτερικό
antonis1103@gmail.com
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2025)





