Το φάσμα της υπογεννητικότητας και η αντιμετώπισή του

Αναλυτές εκτιμούν ότι στην Ελλάδα ο διαρκώς φθίνων ρυθμός γεννήσεων θα έχει αποτέλεσμα τη δραματική μείωση του εγχώριου πληθυσμού έως το 2050

Ένα πρόβλημα που καταδυναστεύει τις δυτικές κοινωνίες και υποθηκεύει το μέλλον τους είναι η πληθυσμιακή γήρανσή τους λόγω υπογεννητικότητας, οριζόμενη ως το κοινωνικό φαινόμενο μη πρόσκαιρης/συγκυριακής μείωσης του ετήσιου ρυθμού γεννήσεων και είναι τμήμα του δημογραφικού προβλήματος, δηλαδή μεταβολής του πληθυσμού σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.

Του Ισίδωρου Μέντη* 

κ. Ισίδωρος Μέντης

Αναλυτές εκτιμούν ότι στην Ελλάδα ο διαρκώς φθίνων ρυθμός γεννήσεων θα έχει αποτέλεσμα τη δραματική μείωση του εγχώριου πληθυσμού έως το 2050, ανάγοντας το πρόβλημα σε υπαρξιακό για την εθνική υπόσταση, με τα ποσοστά γεννήσεων να κρίνονται ανεπαρκή για την εθνική επιβίωση.

Τα αίτια της δημογραφικής κατάρρευσης διακρίνονται στα πασιφανή και όσα απαιτούν βυθοσκόπηση στο πρόβλημα. Τα πρώτα αφορούν έλλειψη οικονομικών πόρων ως ανασταλτικό παράγοντα τεκνοποίησης. Η διαχρονική απουσία εθνικής δημογραφικής πολιτικής, η μείωση του εισοδήματος αναπαραγωγικών ηλικιών στην οικονομική κρίση, η έκταση του brain-drain, οι χαμηλοί μισθοί, το υψηλό κόστος ζωής και το στεγαστικό ζήτημα λειτούργησαν ως τροχοπέδη για δημιουργία οικογένειας, διαμορφώνοντας αρνητικά δημογραφικά δεδομένα.

Οι ρίζες όμως της ραγδαίας πληθυσμιακής γήρανσης εκτείνονται και στην ασύμμετρη αστικοποίηση (δυσχερή διαβίωση στα σύγχρονα διαμερίσματα), στη συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού στις ακριτικές περιοχές (όπου κατά παράδοση σχηματίζονταν πολυμελείς οικογένειες), σε σύζευξη με έλλειψη ποιοτικών-προσβάσιμων υπηρεσιών υγείας σε νησιά και ορεινές περιοχές, στη γυναικεία επαγγελματική απασχόληση (δυσχεραίνουσα την ανατροφή πολλών τέκνων), στην πτώση γονιμότητας (λόγω του σύγχρονου τρόπου ζωής) και την κρίση του οικογενειακού θεσμού και τις αμβλώσεις. Επιπλέον, τα αίτια εισχωρούν και στις ιεραρχικές διαφοροποιήσεις-αξιακές προτεραιότητες της νέας γενιάς. Η απροθυμία ανάληψης ευθυνών και η εξασθενημένη εθνική-κοινωνική συνείδηση τμήματος του πληθυσμού που έχει ενταχθεί στον ασφυκτικό κλοιό των υλοκρατικών αντιλήψεων και την ευημεριστική επιδίωξη οξύνουν το πρόβλημα, πλήττοντας τον κοινωνικό ιστό.

Οι επιπτώσεις της δημογραφικής συρρίκνωσης είναι ορατές με οικονομικές, κοινωνικοπολιτικές, εθνικές και πολιτιστικές προεκτάσεις. Πρωτίστως, η λέπτυνση της ηλικιακής πυραμίδας υπονομεύει την οικονομική εξέλιξη, αφού αφαιρείται κρίσιμο εργατικό δυναμικό (νέων με ακμαίες δυνάμεις για αποδοτική εργασία), με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της κοινωνίας και την αναχαίτιση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας, οδηγώντας σε αρνητική διαμόρφωση του ΑΕΠ, των δημοσιονομικών εσόδων, των τρεχουσών συναλλαγών και συναλλαγματικών αποθεμάτων και της διάρθρωσης κατανάλωσης – ζήτησης. Περαιτέρω, μειουμένου του λόγου εργατικού δυναμικού προς ηλικιωμένους, μεγεθύνονται οι πληρωμές συντάξεων, επιδομάτων γήρατος και δαπανών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, με τους επενδυτικούς πόρους να διοχετεύονται σε μεταβιβαστικές πληρωμές κοινωνικής προστασίας ηλικιωμένων, περιορίζοντας τα επενδυτικά αναπτυξιακά προγράμματα, ενώ το αυξημένο ποσοστό του κρατικού Προϋπολογισμού για καταβολή των ανωτέρω δαπανών δρα πληθωριστικά, αφού παράγονται εισοδήματα και διογκώνεται η ζήτηση, με συρρικνωμένη την παραγωγή και την προσφορά αγαθών/υπηρεσιών. Συμπληρωματικά, αναδεικνύεται και η πολιτική διάσταση του προβλήματος, αφού οι αποδέκτες των παροχών (ηλικιωμένοι) απαρτίζουν την πλειονότητα του εκλογικού σώματος, ενώ ενδεχόμενη μείωση παροχών κυοφορεί κινδύνους πολιτικής αστάθειας. Επιπλέον, διευρύνονται οι ανισότητες υγείας, αφού λόγω μεταβολής αναλογίας εργαζομένων προς συνταξιούχους περιορίζονται οι διαθέσιμοι πόροι κάλυψης υγειονομικών δαπανών ηλικιωμένων και αυξανομένου του κόστους υπηρεσιών υγείας οικονομικά ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες αποκλείονται από την πρόσβαση σε ποιοτικές υγειονομικές παροχές. Επίσης, τα ασφαλιστικά συστήματα επιβαρύνονται από τις εκτινασσόμενες δαπάνες υγείας του γηράσκοντος πληθυσμού με χρόνιες παθήσεις – πολυνοσηρότητες. Πρόσθετα, η μείωση πληθυσμού οδηγεί σε ερήμωση της περιφέρειας (παραμεθόριες – ορεινές περιοχές), συρρίκνωση τοπικών οικονομιών και αύξηση της διαρθρωτικής ανεργίας (άνεργο εκπαιδευτικό προσωπικό), αφού λιγότερες γεννήσεις συνεπάγονται κατάργηση σχολείων. Οι μειωμένες γεννήσεις μεταφράζονται και σε μείωση αριθμού στρατευσίμων και διακύβευση αποτελεσματικής αμυντικής θωράκισης, καθιστώντας τη χώρα ευάλωτη σε γεωπολιτικούς κινδύνους, τρωτή σε επεκτατικές διαθέσεις χωρών με αριθμητικά υπέρτερο πληθυσμό και περισσότερο εξαρτώμενη από διεθνείς συσχετισμούς, διαταράσσοντας το αίσθημα εθνικής ασφάλειας. Ακόμα, προκειμένου να μην υποβαθμιστεί το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων, απαιτούνται πρόσθετες αμυντικές δαπάνες μέσω κονδυλίων, εναλλακτικά κατευθυνόμενων σε παραγωγικές επενδύσεις. Τέλος, η ποσοστιαία μείωση της νέας γενιάς στερεί από την κοινωνία τον  εγκεντρισμό με νέους φορείς πολιτισμού και νέες ιδέες.

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ

Η επίλυση του προβλήματος συνιστά υπαρξιακή εθνική ανάγκη, απαιτώντας κινητροδότηση τεκνοποίησης και δέσμη μέτρων προστασίας οικογενειών. Ταυτόχρονα με την εξαγγελία μέτρων σταθεροποίησης του φθίνοντος ρυθμού γεννήσεων απαιτείται εφαρμογή συνεκτικού εθνικού σχεδίου, με διακομματικές συναινέσεις και μακροπρόθεσμη προοπτική. Προκειμένου να διασφαλιστεί η διαγενεακή επιβίωση της χώρας απαιτούνται δημοσιονομικές πολιτικές ενίσχυσης της οικογένειας, με ενίσχυση των γονεϊκών εργασιακών δικαιωμάτων, μείωση φορολογίας – ασφαλιστικών εισφορών, φορολογικά κίνητρα επιστροφής ζευγαριών με τέκνα που έφυγαν στην κρίση, χορήγηση χαμηλότοκων δανείων αγοράς κατοικίας – κατασκευή κοινωνικών κατοικιών για νέα ζευγάρια με κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, καταβολή εφάπαξ ποσού ενίσχυσης ανά γέννηση σε λογαριασμό για υγεία – παιδεία – στέγαση, καθολική πρόσβαση σε παιδικούς-βρεφονηπιακούς σταθμούς, προστασία της γυναικείας απασχόλησης, με διασφάλιση επαγγελματικής προοπτικής μετά την ανατροφή τέκνων, στήριξη της περιφέρειας μέσω φορολογικών κινήτρων οικογενειών που ζουν σε εθνικά ευαίσθητες περιοχές, κατεύθυνση πόρων σε υποδομές υγείας – παιδείας σε νησιά – ημιαστικές – παραμεθόριες περιοχές, αναπλήρωση εργασιακών κενών, με ενσωμάτωση νομίμως εργαζομένων και κοινωνικά αφομοιώσιμων μεταναστών, ίδρυση ταμείου χρηματοδότησης κινήτρων τεκνοποίησης από ιδιώτες, ομογένεια και θεσμοθετημένες αναλογικές εισφορές άτεκνων πολιτών (εξαιρουμένων ειδικών κατηγοριών) και αξιοποίηση διαχρονικών αξιών για γαλούχηση νέων με αίσθημα κοινωνικής ευθύνης προς υπέρβαση του ατομοκεντρισμού.

Συμπερασματικά, η άμβλυνση της πληθυσμιακής συρρίκνωσης, προκληθείσα από ελλειμματικές πολιτικές και αποσπασματική μέριμνα για την εθνική γενεαλογική εξέλιξη προβάλλει επιτακτική. Με υιοθέτηση από την Πολιτεία των ανωτέρω λυσιτελών μέτρων και το τάνυσμα των προσπαθειών των κοινωνικών φορέων θα τελεσφορήσει η αντιστροφή της δυσμενούς δημογραφικής τάσης και θα τεθεί ο ακρογωνιαίος λίθος για δόμηση μιας νέας πραγματικότητας, επιτυγχάνοντας την αναγκαία για την εθνική επιβίωση και κοινωνική συνοχή αναλογία των ηλικιακών ομάδων.

*Φαρμακοποιός (ΕΚΠΑ), κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Διοίκηση Οικονομικών Μονάδων, με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας (ΕΚΠΑ), υποψήφιος διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Αθηνών και στέλεχος της Διεύθυνσης Φαρμάκου Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (26 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ