Σε ρόλο… παρατηρητή η Ελλάδα στη στρατιωτικοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής της Ευρώπης

Η εκλογή Trump, σε συνδυασμό με την κρίση στην Ουκρανία, ίσως αποτελέσει την τελευταία ευκαιρία αντανακλαστικής αντίδρασης, ώστε οι ηγέτες να λειτουργήσουν ως πολιτικοί και όχι ως αδέξιοι γραφειοκράτες.

Η επινόηση ενός νέου «σιδηρούν παραπετάσματος» μιας αδύναμης Ευρώπης και το δόγμα του «στρατιωτικού κεϊνσιανισμού»

ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΡΟΥΠΑ*

Οι ευρωπαϊκές χώρες των αδύναμων πολιτικών, εν μέσω περιόδων αμφισβήτησης των κεκτημένων δεκαετιών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουν χάσει τη δυνατότητα να διαμορφώσουν τις αναγκαίες λύσεις ανάδειξης ενός δρόμου δίκαιης ανάπτυξης. Δυστυχώς, ο ρόλος αυτός έχει προ πολλού φύγει από τα χέρια των πολιτικών και έχει περιέλθει στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, οδηγώντας σε αγκυλώσεις και αναχρονιστικές πολιτικές. Η εκλογή Trump, σε συνδυασμό με την κρίση στην Ουκρανία, ίσως αποτελέσει την τελευταία ευκαιρία αντανακλαστικής αντίδρασης, ώστε οι ηγέτες να λειτουργήσουν ως πολιτικοί και όχι ως αδέξιοι γραφειοκράτες.

Ο κίνδυνος όμως υπάρχει πλέον, η έντονη απογοήτευση των πολιτών να οδηγήσει ταχύτατα σε τάσεις αναζήτησης πολιτικών επιλογών σε φορείς που πρεσβεύουν την «ανατροπή». Αυτό αποτελεί, άλλωστε, το κεντρικό αφήγημα των κατόχων Νόμπελ Οικονομικών του 2024, Daron Acemoglu, Simon Johnsonτ και James Robinson, που ανέδειξαν την παθογένεια/κρίση των κυβερνήσεων εκείνων που δεν αναγνωρίζουν πως οι δημοκρατίες με σοβαρές οικονομικές ανισότητες υποδαυλίζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. «Σε οικονομίες δημοκρατικών χωρών που σταματούν να εργάζονται για το δημόσιο καλό, οι πολίτες στρέφονται σε ηγέτες που στοχεύουν την ανατροπή αυτών ακριβώς των θεσμών που προκαλούν τα προβλήματα».

Αρχίζει πλέον και γίνεται προβληματική η εμφανής αδυναμία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να χαράξουν ενιαία και στιβαρή αναπτυξιακή και κοινωνική πολιτική. Αυτή η προβληματική αρχίζει να εμφανίζεται έντονα στην Ελλάδα, καθώς ο κύριος πρωθυπουργός οφείλει να αντιληφθεί -έστω και καθυστερημένα- ότι εάν δεν αναδειχθούν πολιτικές συμπερίληψης με ουσιαστικές πολιτικές τομές και όχι «οικονομικά μπαλώματα», ο αποκλεισμός όλο και μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού από τα δεδομένα «ευημερίας» θα οδηγήσει σε απαξίωση την υπόσταση και τη λειτουργία ουσιωδών θεσμών.

Οι πορείες των κυβερνήσεων βασίζονται στην «υψηλή στρατηγική» που εκπονείται και ακολουθείται διαχρονικά. Αν, βέβαια, οι ηγέτες έχουν τη δυνατότητα και τη διάθεση να εκπονήσουν και να υλοποιήσουν «στοχευμένες» πολιτικές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Δυστυχώς, σήμερα φαίνεται πως στερούνται αυτής της δυνατότητας. Με αυτό σαν βάση της τοποθέτησής μου και παράλληλα με την ανάδειξη του κεντρικού αφηγήματος των νομπελιστών 2024, δεν θα πρέπει να απορούμε αν και πάλι γίνεται επίκαιρος ο Μαρξ, που είχε γράψει: «Οταν το καπιταλιστικό σύστημα αδυνατεί να επεκταθεί και να δημιουργήσει κέρδη παλαιότερων επιπέδων, το ίδιο το σύστημα θα αρχίσει να κανιβαλίζει το οικοδόμημα που το συντηρούσε. Θα επιτεθεί στην εργατική τάξη και στους φτωχούς στο όνομα της λιτότητας και κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, μειώνοντας τη δυνατότητα του κράτους να υπηρετεί τις ανάγκες των πολιτών».

Η νέα διεθνής συγκυρία χαράσσει εκ νέου ρόλους και απαιτεί μεμονωμένη «υψηλή στρατηγική» από κάθε χώρα. Ας μην ξεχνάμε ότι η «Μεγάλη Υφεση» ανακόπηκε με την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Η δε μεταπολεμική περίοδος ανέδειξε μία παγκόσμια οικονομική τάξη που στηρίχθηκε στις νόρμες αμυντικής κάλυψης των ΗΠΑ, παρέχοντας στην Ευρώπη τη δυνατότητα αυτόνομης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Σήμερα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η προγενέστερη κατάσταση βρίσκεται σε φάση αντιστροφής της ιστορικής αυτής σχέσης, αφήνοντας εκτεθειμένη και αδύναμη την Ε.Ε. Την ίδια στιγμή που κατά την πρόσφατη Σύνοδο της Σαγκάης προβλήθηκε έντονα η στρατηγική πρόθεση ανάδειξης ενός νέου παγκόσμιου πυλώνα ισχύος, ανταγωνιστικού των ΗΠΑ.

Η κεϊνσιανή οικονομική προσέγγιση, στην οποία βασίστηκε η ανοικοδόμηση της Ευρώπης μέσω της χρηματοδότησης υποδομών, ξαφνικά μετατρέπεται σήμερα στην Ευρώπη -ως σανίδα σωτηρίας- σε «στρατιωτικό κεϊνσιανισμό». Το «παραπέτασμα» επανέρχεται για να δικαιολογήσει τη θηριώδη ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, με στόχο τη σωτηρία της παραπαίουσας βιομηχανίας και αναπτυξιακής δυναμικής στο σύνολό της. Προσχηματικά ή όχι, προκειμένου η αποτυχία αυτή να καλυφθεί από την απειλή ενός εχθρού παλαιών ιστορικών δεδομένων του «σιδηρούν παραπετάσματος».

Σε αυτή τη μονοδιάστατα λανθασμένη πολιτική μονομερούς διοχέτευσης κονδυλίων στις αμυντικές βιομηχανίες, χωρίς να υπάρχει ακόμη ενιαίο αμυντικό ευρωπαϊκό δόγμα, η ελληνική κυβέρνηση απέχει από τη διεκδίκηση όχι μόνο πραγματικής κατανομής των κονδυλίων αυτών, αλλά κυρίως από τη -μέσω διαπραγμάτευσης- θεσμοθέτηση πραγματικά ενιαίας ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής που θα την προστατεύει.

Για λόγους που επιδεικτικά παραβλέπει η Ε.Ε., η αμυντική θωράκιση της χώρας θα βρίσκεται πολύ εύκολα σε ποσοστό του ΑΕΠ άγγιζε το 3,5% πραγματικών δαπανών. Πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλη χώρα και πολύ κοντά στη στόχευση του D. Trump. Η διαχρονική αποστέρηση όμως κονδυλίων -χάριν της άμυνας- από την ενίσχυση βασικών θεσμικών δομών δεν είναι δυνατόν να μην έχει οδηγήσει ακόμα στην άμεση και χωρίς «δεύτερες σκέψεις» κατάργηση υφιστάμενων μνημονιακών δεσμεύσεων, καθώς και στόχευση επαναδιαπραγμάτευσης για πλήθος πολιτικών που δεν είναι προς όφελος της χώρας. Αντί αυτής της «υψηλής στρατηγικής», η κυβέρνηση απλώς «παρατηρεί» τη στρατιωτικοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής της Ευρώπης.

Τι έχουμε να κερδίσουμε, όμως, ως χώρα ακολουθώντας χωρίς εθνικό στίγμα ουσιωδών διεκδικήσεων τη νέα διαπάλη ισορροπιών στην Ευρώπη, όπως φάνηκε από τη συνάντηση Zelensky, Trump και Ευρωπαίων; Μία διαπάλη που στοχεύει πλέον στην υπερίσχυση κρατών εν μέσω της γενικής αδυναμίας και όχι σε ενιαίες πολιτικές. Πρόσφατο άλλωστε το «άδειασμα» της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν από το υπουργό Αμυνας της Γερμανίας, σχετικά με την αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων στην Ουκρανία.

Η νέα αυτή πραγματικότητα μας υποχρεώνει να διαμορφώσουμε ως χώρα, επιτέλους, πεδίο «υψηλής στρατηγικής», προκαλώντας επαναχάραξη προθέσεων στην Ε.Ε. στο πεδίο του παραδοσιακού κεϊνσιανού μοντέλου, στη βάση του οποίου ανοικοδομήθηκε η Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τυχόν καθυστερημένη και λανθασμένη διαχείριση της νέας πραγματικότητας από την ελληνική κυβέρνηση κινδυνεύει να οδηγήσει, σχετικά άμεσα, τα μεσαία και αδύναμα οικονομικά κοινωνικά στρώματα σε ένα μακροπρόθεσμο και ιδιότυπο κοινωνικό «παραπέτασμα» αποκλεισμών. Η μέχρι σήμερα στρατηγική της κυβέρνησης -εάν συνεχίσει να ακολουθείται- θα οδηγήσει ταχύτατα τη χώρα προς μία στενωπό «εξαρτήσεων» χωρίς επιστροφή. Με την εμφάνιση, δε, της επόμενης διεθνούς οικονομικής κρίσεως, σε ισχυρότερη περιδίνηση από την προηγούμενη.

*Οικονομολόγος

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 12/9/2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ