Τι σηματοδοτεί η έκδοση ρεκόρ του 10ετούς από τον ΟΔΔΗΧ

Με προσφορές πάνω από 51 δισ. ευρώ, η Αθήνα αιφνιδίασε τους επενδυτές στην αυγή του 2026 και οδηγεί πανίσχυρους επενδυτικούς οίκους σε αναθεώρηση της στάσης τους έναντι του χρέους της χώρας.

Traders της αγοράς επισημαίνουν ότι η ελληνική οικονομία αφήνει πίσω της τα «βαθιά τραύματα, επάλληλων πολυετών εσωτερικών – διεθνών κρίσεων»

ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΛΑΝΤΑΛΙ

Πάνω από 51 δισ. οι προσφορές στην έκδοση του νέου 10ετούς, με την οποία η Αθήνα άνοιξε την αυλαία της επικοινωνίας της με τις διεθνείς αγορές για το 2026. Πρωτοφανής υπερκάλυψη, που «υποχρέωσε» τον ΟΔΔΗΧ να αντλήσει 4 δισ. ευρώ, αντί 3 όπως σχεδίαζαν με το οικονομικό επιτελείο, με το δε επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 3,45%, από 3,47%-3,52% αρχικό guidance. Εκδοση που ομολογουμένως ξάφνιασε θετικά ακόμα και τους αισιόδοξους, μεταξύ αυτών και τη στήλη μας «BigDeal BnB», που από το προηγούμενο φύλλο προδίκαζε την «έξοδο» του ΟΔΔΗΧ. Αυτό σε μία συγκυρία που πανίσχυροι επενδυτικοί/τραπεζικοί οίκοι αναθεωρούν τη στάση τους έναντι του ελληνικού χρέους (ουσιαστικά των προοπτικών της οικονομίας), με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει όχι μόνο για το τρέχον έτος που προοιωνίζεται ρευστό/αβέβαιο, αλλά για την επόμενη σημαντική χρονική περίοδο.

Μόλις λίγα 24ωρα προτού δοθεί η εντολή σε BNP Paribas, BofA Securities, Deutsche Bank, Goldman Sachs Bank Europe SE, JP Morgan και Morgan Stanley, είχε προηγηθεί η ενεργοποίηση αλλαγής πίστας από τις JPMC και Morgan Stanley. Τι έσπευσαν να πουν οι αναλυτές του μεγαλύτερου επενδυτικού/τραπεζικού ομίλου στον πλανήτη; Πως η στρατηγική μετατοπίζεται από το directional ρίσκο στο carry και τη σχετική αξία (relative value).

Για τα κρατικά ομόλογα αυτό σημαίνει πως πλέον λογίζονται ως τίτλοι που έχουν «ωριμάσει» επενδυτικά και όχι ως ευκαιρία επιθετικής υπεραπόδοσης. Πρακτικά, για την JPMC το ελληνικό χρέος δεν χαρακτηρίζεται «στοιχείο» αναδυόμενης οικονομίας, αλλά αγοράς που τείνει προς τις αναπτυγμένες, που διακρίνεται για τη διαχρονικότητα, τη σταθερότητα και τη χαμηλότερη επικινδυνότητα. Η JPMC συνεχίζει να «βλέπει» αξία (value) στις εισροές στις νέες εκδόσεις (syndications) κρατικών τίτλων της Ευρωζώνης, επισημαίνοντας τη συνήθη ενίσχυση της αποτίμησης μετά την ολοκλήρωση των εκδόσεων. Προσέγγιση που αφορά το σύνολο των European Goverment Bonds, καθώς σε αυτά (τα EGBs) συμπεριλαμβάνονται πλέον και τα ελληνικά. Γνωρίζοντας (από το απόγευμα στις 13/1 τη σύνθεση όσων συμμετείχαν στη σχετική διαδικασία) φαίνεται πως στην έκδοση τοποθετήθηκαν και νέοι παίκτες, απόρροια της τακτικής διασποράς secondary dealers, που για πρώτη φορά πήραν θέσεις σε «ελληνικό χρέος», ακριβώς λόγω αυτής της αναβάθμισης.

Ο ∆ημήτρης
Τσάκωνας

Ετσι, για πρώτη φορά το home bias (*) ήταν αισθητά μειωμένο. Πειστική ένδειξη, σύμφωνα με traders της αγοράς χρέους, ότι η ελληνική οικονομία αφήνει πίσω της τα «βαθιά τραύματα, επάλληλων πολυετών εσωτερικών – διεθνών κρίσεων», σύμφωνα με την περιγραφή ενός εξ αυτών. Σημαίνει αυτό πως πλέον εκλείπουν κίνδυνοι του παρελθόντος; Προφανώς και όχι, πλην όμως η χώρα εισέρχεται ενδυναμωμένη στον διεθνή στίβο με μεγαλύτερη βεβαιότητα, ισχυρότερες αντοχές. Εξαρτάται από πολλές παραμέτρους -εξωγενείς/εγγενείς- για να διαβεί την περίοδο αβεβαιότητας, ρευστότητας που διέρχεται η Ευρώπη. Και όπως επιβεβαιώθηκε με την έκδοση, η συνεργασία του οικονομικού επιτελείου (Κυριάκος Πιερρακάκης) με τον ΟΔΔΗΧ (Δημήτρης Τσάκωνας) λειτουργεί με ακρίβεια ενός (ελβετικού) «Ωμέγα».

ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Παράλληλα με την JPMC και η Morgan Stanley ανακοίνωσε το κλείσιμο των long θέσεών της στα ελληνικά ομόλογα, καθώς το συγκεκριμένο trade «έπιασε» τους στόχους του τον Δεκέμβριο. Ο αμερικανικός οίκος κάνει στροφή, συστήνοντας πλέον ισπανικά αντί για γερμανικά ομόλογα, ιταλικά έναντι βελγικών, ιρλανδικά στη θέση γερμανικών, ελληνικών στη θέση γαλλικών. Διακριτή η μετατόπιση από «βαριές» οικονομίες (όπως η γερμανική, γαλλική) χωρών με πολιτική αστάθεια (σε μεγαλύτερο/μικρότερο βαθμό), με σύσταση overweight για χρέος μελών με ρυθμό ανάπτυξης μεγαλύτερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Εξέλιξη με ευρύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον, καθώς έρχεται να «κουμπώσει» με τη διαδικασία ενιαιοποίησης του Χρηματιστηρίου Αθηνών υπό την «ομπρέλα» του Euronext. Η ένταξη της ελληνικής κεφαλαιαγοράς σε αυτό το οικοσύστημα μπορεί να δώσει πρόσβαση σε μεγαλύτερη συμμετοχή ξένων επενδυτών, καθιστώντας τις μετοχές ελληνικών εταιριών πιο προσβάσιμες, περισσότερο αναγνωρίσιμες (ακριβώς λόγω μείωσης του home bias, στην αγορά κρατικών τίτλων).

(*) Αφορά την τάση των επενδυτών να προτιμούν να αγοράσουν ομόλογα που έχουν εκδοθεί από την ίδια χώρα όπου διαμένουν ή δραστηριοποιούνται, αντί να διαφοροποιούν γεωγραφικά το χαρτοφυλάκιό τους, εστιάζοντας κυρίως σε εγχώρια περιουσιακά στοιχεία, ακόμα κι αν αυτό περιορίζει τις δυνατότητες κέρδους και αυξάνει τον κίνδυνο.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 16/1/2026)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ