ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΑΡΑΒΙΔΑ
Στις μέρες μας οι επιχειρηματικές εξελίξεις είναι ταχύτατες λόγω των περιβαλλοντικών αλλαγών, της τεχνολογίας, των γεωπολιτικών δεδομένων με τα κοινωνικά τους επακόλουθα, αλλά και της νέας νομοθεσίας και κανόνων για τις επιχειρήσεις.
Οι επενδύσεις ESG (Environmental, Social, Governance – άλλως «βιώσιμη επένδυση») σχετίζονται με επιχειρηματικές δράσεις που διεκδικούν την επίτευξη βέλτιστων περιβαλλοντικών, κοινωνικών και διακυβερνητικών αποτελεσμάτων. Χαρακτηρίζεται ως μία μέθοδος βιώσιμης ανάπτυξης και επένδυσης, όπου οι στρατηγικές επιχειρηματικές κινήσεις δρομολογούνται με επίκεντρο το περιβάλλον, την κοινωνία, και την οικονομία. Στην ουσία αποτελούν έναν βιώσιμο και συγχρόνως δημοφιλή τρόπο, ώστε να αξιολογούνται οι επιχειρήσεις από τους επενδυτές και από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Η φιλοσοφία του ESG στηρίζεται στην αυξανόμενη παραδοχή πως οι χρηματοοικονομικές επιδόσεις των επιχειρήσεων θα επηρεάζονται όλο και περισσότερο μελλοντικά από περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς παράγοντες.
Στο πλαίσιο αυτό, η αυξανόμενη προβολή της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και της κοινωνικής βιωσιμότητας οδηγεί σε σημαντική αύξηση των επενδύσεων ESG σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές αναγνωρίζουν τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ κοινωνικών, περιβαλλοντικών και οικονομικών ζητημάτων.
Η πανδημία του Covid-19 ενίσχυσε ιδιαίτερα αυτήν την τάση, διότι η αβεβαιότητα που προκλήθηκε οδήγησε σε πληθώρα επενδύσεων σε αμοιβαία κεφάλαια ESG, που ενίοτε εμφανίζουν αυξημένη ανθεκτικότητα στις διακυμάνσεις των αγορών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, έως τα μέσα του 2025 ποσά ύψους 29 τρισ. δολ. παγκοσμίως ήταν τοποθετημένα σε αμοιβαία κεφάλαια βιώσιμων επενδύσεων. Παράλληλα, τα χαρτοφυλάκια που ενσωματώνουν παράγοντες ESG και βιωσιμότητας εμφανίζουν θετικές μακροπρόθεσμες αποδόσεις, ειδικά όταν εκτιμάται πως σε βάθος οκταετίας το 75% των μεικτών μετοχικών αμοιβαίων κεφαλαίων υπεραποδίδουν σε σύγκριση με το 44% των παραδοσιακών αμοιβαίων κεφαλαίων.
Ωστόσο, η καθαυτή άνοδος των επενδύσεων ESG δεν είναι τυχαία. Η πολυπλοκότητα στις αλυσίδες εφοδιασμού, η ευρύτερη συνειδητοποίηση των κοινωνικών, εργασιακών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο αυξανόμενος επιχειρηματικός κίνδυνος συνέβαλαν στην άνοδο των επενδύσεων ESG.
Οι πρακτικές και τα κριτήρια ESG αξιολογούν την επίδραση μιας επιχείρησης στα θέματα αυτά, αλλά και το πώς αυτά με τη σειρά τους μπορούν να επηρεάσουν την κερδοφορία της. Στον τραπεζικό τομέα, για παράδειγμα, η πλήρης υιοθέτηση των κριτηρίων ESG στις εσωτερικές πρακτικές διαχείρισης κινδύνων ενδυναμώνει την ανθεκτικότητα σε εξωτερικές διακυμάνσεις (αυξημένη ανεργία, πληθωρισμός), αυξάνοντας την κερδοφορία και μειώνοντας τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Φυσικό επακόλουθο είναι οι παράγοντες ESG να αναδεικνύονται όλο και πιο σημαντικοί στην αξιολόγηση μιας επιχείρησης από τα ενδιαφερόμενα μέρη (επενδυτές, καταναλωτές, τοπικές κοινωνίες), αν και η βαρύτητα διαφέρει ανάλογα με τις επενδυτικές προτεραιότητες. Οι προτεραιότητες αναμφίβολα καθορίζονται από τις τρέχουσες περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, καθώς και από το τι θεωρείται πιο σημαντικό και ουσιώδες για την επιχείρηση, λαμβάνοντας υπόψη τον κλάδο, τη γεωγραφική θέση και τις ειδικές περιστάσεις.
Ωστόσο, δεν αξιολογούνται όλοι οι παράγοντες ESG σημαντικοί για τον πιστωτικό κίνδυνο. Για παράδειγμα, εταιρίες που παράγουν προϊόντα χωρίς άμεσα διαθέσιμα υποκατάστατα (π.χ., τσιμέντο), παρά τα υψηλά επίπεδα εκπομπών άνθρακα που προκύπτουν από την ίδια την παραγωγική διαδικασία, δεν επιδρούν ουσιαστικά στην πιστοληπτική ικανότητα, παρόλο που πιθανόν να αξιολογηθούν αρνητικά υπό την έννοια της βιωσιμότητας.
Οι επενδύσεις ESG επικεντρώνονται σε επιχειρήσεις που υιοθετούν θετικές περιβαλλοντικές, κοινωνικές και διοικητικές Αρχές. Παράλληλα, οι επενδυτές διαφαίνεται πως ευθυγραμμίζουν τα χαρτοφυλάκιά τους με εταιρίες και παρόχους κεφαλαίων που σχετίζονται με το ESG.
Στο σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον το ESG αναδεικνύεται ως ζωτικός παράγοντας για την επιτυχία και την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων. Η υιοθέτηση του πλαισίου του οδηγεί σε βελτιωμένη διαχείριση του κινδύνου, σε ενίσχυση της φήμης, σε πρόσβαση σε χρηματοδότηση, σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας, οπότε στη διασφάλιση της οικονομικής ευημερίας της επιχείρησης.
Παρά τα οφέλη, όμως, οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προκλήσεις και αντιξοότητες. Περιορισμένοι πόροι συμμόρφωσης, έλλειμμα κατανόησης της σημασίας του ESG, έλλειψη εξειδικευμένων γνώσεων εφαρμογής των πρακτικών είναι μερικά από τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν.
Ωστόσο, η ελληνική αγορά αντιμετωπίζει ποικίλες περιβαλλοντικές και κοινωνικές προκλήσεις, και ευνόητα έχει ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητά της με σύγχρονες δομές διακυβέρνησης.
Η Ελλάδα διαθέτει πλούσιους φυσικούς πόρους. Εχει ανάγκη επενδύσεων σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, πρακτικές ελαχιστοποίησης κατανάλωσης ορυκτών πόρων και πόσιμου νερού. Επί τούτου, η κυκλική οικονομία, η προστασία των φυσικών οικοσυστημάτων και η υιοθέτηση πράσινων τεχνολογιών και υλικών αποτελούν μερικά παραδείγματα λύσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, μια αυξημένη βιώσιμη διαχείριση, με σχεδιασμό και γνώμονα την επιστήμη της κλιματικής αλλαγής, αλλά και τις πιθανές επιπτώσεις στην κοινωνία, θα διασφαλίσει υγιέστερη κοινωνία και πιο ανταγωνιστική οικονομία.
Πάρα ταύτα, η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη από επιχειρήσεις που ασχολούνται με την κοινωνική ευθύνη, ειδικά έπειτα από την πολύχρονη οικονομική κρίση και τις περικοπές που έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια τους.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026)

