Ως ιστορική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου για τη σύγχρονη εποχή του ελληνικού θεσμού των Αμοιβαίων Κεφαλαίων, καθώς το Ενεργητικό ξεπέρασε το ορόσημο των 29 δισ. ευρώ, καταγράφοντας παράλληλα ένα νέο, ιδιαίτερα υψηλό, ρεκόρ εισροών.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΙΑΜΠΡΑΚΟΥ
Αρχίζοντας από το Ενεργητικό, η αγορά από την αρχή του έτους καταγράφει άνοδο της τάξεως του 31,49%, με την αξία του να διαμορφώνεται στα 29,09 δισ. ευρώ και τη συνολική κεφαλαιοποίηση να έχει ενισχυθεί κατά 6,98 δισ. ευρώ σε σύγκριση με πέρυσι. Η εν λόγω επίδοση αντιστοιχεί σε υψηλό 21 ετών, με τον επόμενο στόχο για το 2026 να τοποθετείται στα 31,65 δισ. ευρώ, επίπεδα στα οποία είχε κινηθεί η αγορά το μακρινό 2004.
Εφόσον διατηρηθεί, έστω και σε ελαφρώς μειωμένα επίπεδα, η δυναμική των εισροών, αλλά και σε κάποιο βαθμό οι θετικές αποδόσεις, τότε δεν αποκλείεται το Ενεργητικό να ξεπεράσει το 2026 τα 34,54 δισ. ευρώ, το υψηλότερο ιστορικά μέγεθος για την ελληνική αγορά, το οποίο είχε καταγραφεί το 1999. Το ευχόμαστε και ταυτόχρονα χαμογελάμε, καθώς ο θεσμός έχει αφήσει πλέον οριστικά πίσω του τα «πέτρινα χρόνια» της χρηματοοικονομικής κρίσης της περιόδου 2010-2020, όταν το μέσο Ενεργητικό είχε υποχωρήσει στα 6,58 δισ. ευρώ.
Ως προς τις εισροές, αυτές ανέρχονται πλέον στα 4,95 δισ. ευρώ, καταγράφοντας νέο ρεκόρ, υψηλότερο κατά 16 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο της περσινής χρονιάς.
Καθώς το ενδιαφέρον της αγοράς το τελευταίο διάστημα είχε στραφεί στο αν και πότε θα καταρριφθεί το προηγούμενο ρεκόρ νέων κεφαλαίων, αξίζει μια σύντομη αναδρομή στην πορεία του ισοζυγίου εισροών/εκροών από τα τέλη του 2018, που ήταν χρονιά-ορόσημο, για την πλήρη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στον θεσμό. Η προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών το 2019 και η επακόλουθη αλλαγή πολιτικής ηγεσίας αποτέλεσαν καταλύτη για την έναρξη ενός εντυπωσιακού κύκλου τοποθέτησης νέων κεφαλαίων, που σωρευτικά αγγίζουν σχεδόν τα 17 δισ. ευρώ την τελευταία σχεδόν επταετία.
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η σταθερά αυξανόμενη ροή κεφαλαίων, ιδίως κατά την τελευταία τριετία: το 2019 οι εισροές ανήλθαν σε 606,30 εκατ. ευρώ, το 2020 σε 168,35 εκατ. ευρώ, ενώ το 2021 εκτοξεύτηκαν στα 2,49 δισ. ευρώ. Το 2022 διαμορφώθηκαν σε 606,64 εκατ. ευρώ, το 2023 σε 3,18 δισ. ευρώ, το 2024 σε 4,94 δισ. ευρώ, ενώ μέχρι στιγμής το 2025 έχουν ήδη φτάσει τα 4,95 δισ. ευρώ.
Με τον φετινό μέσο εβδομαδιαίο όρο εισροών να διατηρείται σταθερά άνω των 100 εκατ. ευρώ -συγκεκριμένα στα 101,37 εκατ. ευρώ-, εκτιμάται πως μέχρι το τέλος του έτους οι συνολικές εισροές θα κινηθούν κοντά στα 5,15 δισ. ευρώ.
Μακάρι αυτή η εντυπωσιακή δυναμική να μπορούσε να διατηρηθεί και τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, ένα τέτοιο επίτευγμα θεωρείται δύσκολο να επαναληφθεί με την ίδια ένταση. Επιπλέον, αξίζει να παρακολουθήσουμε στο μέλλον προς ποια κατεύθυνση θα κινηθούν τα κεφάλαια που επενδύθηκαν στα νέα Ομολογιακά Αμοιβαία Κεφάλαια συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας και πιθανής διανομής ετήσιου μερίσματος, όταν αυτά φτάσουν στη λήξη τους. Υπενθυμίζεται ότι τα προϊόντα αυτής της νέας γενιάς αποτέλεσαν τη βάση για την επιστροφή των μεριδιούχων στον θεσμό. Για την ιστορία, η φετινή ενίσχυση του Ενεργητικού αποδίδεται κατά 70,99% στις καθαρές εισροές, ποσοστό ελαφρώς χαμηλότερο σε σύγκριση με το αντίστοιχο περσινό, που είχε διαμορφωθεί στο 75,67%.
Ο χαρακτήρας της αγοράς μπορεί να ειπωθεί ως συντηρητικός, καθώς η σύνθεσή της πλέον με βάση το Ενεργητικό έχει διαμορφωθεί: Ομολογιακά Α/Κ 51,59%, Μικτά Α/Κ 15,77%, Μετοχικά Α/Κ 14,54%, Funds of Funds 9,17%, Σύνθετα Α/Κ 4,70%, ΑΚΧΑ Κυμαινόμενης ΚΑΕ 4,02% και Α/Κ Δείκτη 0,21%.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2025)







