Το τριπλό yok της Αγκυρας αυξάνει το επενδυτικό ρίσκο της Ελλάδας

Τα συνεχιζόμενα εμπόδια της Τουρκίας οδηγούν σε σημαντικές οικονομικές απώλειες, ενώ παράλληλα είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος περιθωριοποίησης της χώρας.

Τρίτο yok της Αγκυρας και νέα εμπλοκή -αυτή τη φορά- με το έργο East to Med Data Corridor να ανεβάζει το θερμόμετρο -πέραν των γεωπολιτικών- και στο επιχειρηματικό, επενδυτικό πεδίο.

Του Μιχαήλ Γελαντάλι

Αυτό γιατί είναι κοινός τόπος πως, εάν η κυβέρνηση μίας χώρας δεν μπορεί να εγγυηθεί για την ασφαλή υλοποίηση ενός έργου, τότε το επενδυτικό ρίσκο επιβαρύνεται ανάλογα με την κλιμάκωση των εξελίξεων. Αρχίζοντας από το τελευταίο yok της Αγκυρας. Οσον αφορά στο έργο MEC- υποθαλάσσιο και χερσαίο project οπτικών ινών (μήκους 3.987 χλμ, αρχικού προϋπολογισμού 850 εκατ. ευρώ) που θα συνδέει τη Σαουδική Αραβία μέσω Κύπρου – Ελλάδας, το σκάφος «Fugro Gauss» (γερμανικών συμφερόντων, υπό σημαία Γιβραλτάρ) αποχώρησε (8 Αυγούστου) στα μισά των προγραμματισμένων ερευνών (6-16 Αυγούστου) έπειτα από παρενόχληση της φρεγάτας Γκεντίζ, νότια της Κύπρου. Μπορεί η κυβέρνηση της Λευκωσίας να ενημέρωσε ότι οι έρευνες ολοκληρώθηκαν νωρίτερα, πλην όμως η Αγκυρα άδραξε την ευκαιρία για να επαναλάβει την προβολή ισχύος στη θερμή περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.

Το συγκεκριμένο έργο θεωρείται από τα μείζονος σημασίας για το Ριάντ, αφορά την πόντιση δύο καλωδίων μεταφοράς Data – ένα μεταξύ Μασσαλίας και Σαουδικής Αραβίας, μέσω Κρήτης, και το δεύτερο που θα ξεκινά από τη Γένοβα, ακολουθώντας περίπου την ίδια διαδρομή. Στο μετοχικό κεφάλαιο του φορέα που έχει αναλάβει το έργο EMC Subsea Cable Co Ltd, το 72% ελέγχεται από τη Saudi Telecom, το 25% από τη ΔΕΗ, ενώ το 3% ανήκει στην TTSA. Στην συμφωνία χρηματοδότησης ύψους 340 εκατ. (έκλεισε το 2024) επικεφαλής είναι η Εθνική Τράπεζα, συμμετέχουν δε Πειραιώς και Alpha Bank. Το συγκεκριμένο έργο φέρει τις υπογραφές των Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν και Κυριάκου Μητσοτάκη – με τον πρίγκιπα – διάδοχο του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας να έχει έρθει στην Αθήνα (το 2022) για τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό, γεγονός που είχε σπεύσει να προβάλει επικοινωνιακά η κυβέρνηση της Ν.Δ. Σε ό,τι αφορά το Ριάντ, πώς θα αντιδράσει η σαουδαραβική πλευρά μένει να φανεί δεδομένων των σχέσεων με την Αγκυρα.

Απορίες για την αδράνεια Αθηνών και Βρυξελλών

Για την Αθήνα, όμως, το διακύβευμα είναι προφανές και ουσιαστικό, καθώς ενδεχόμενη νέα εμπλοκή θα καθιστούσε ακόμη πιο αναξιόπιστη την ελληνική πλευρά. Υπάρχει το προηγούμενο του Great Sea Interconnector -έργου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, ύψους 2 δισ. ευρώ- με τη γνωστή εμπλοκή στην Κάσο, την υπαναχώρηση της κυβέρνησης (Ιούλιος 2024), την επάνοδό της (Απρίλιος 2025 ) με διαρροές πως το έργο θα επανεκκινήσει για να ακολουθήσει τον… μνημειώδες Γεραπετρίτη πως το project θα προχωρήσει στον… κατάλληλο χρόνο. Το περίεργο είναι ότι στο θέμα του καλωδίου GSI η μεν Κομισιόν, που χρηματοδοτεί το έργο, περιορίζεται σε αραιές υποστηρικτικές δηλώσεις, δίχως όμως να παρεμβαίνει σε βάρος της Τουρκίας, η δε κυβέρνηση δεν πιέζει την Κομισιόν να αυστηροποιήσει την τακτική της.

Το γιατί δεν πιέζει η Αθήνα και γιατί δεν παρεμβαίνουν ουσιαστικά οι Βρυξέλλες είναι άξιον απορίας. Πολύ δε περισσότερο που την ίδια ώρα η Αγκυρα διαμηνύει πως θα αρχίσει εργασίες για τη διασύνδεση Τουρκίας – κατεχόμενης Βόρειας Κύπρου. Και σε αυτή την περίπτωση, απάθεια Αθηνών – αφωνία Βρυξελλών.

Ωστόσο, η τουρκική πλευρά είχε καταστήσει σαφείς τις προθέσεις της από το 2021, λαμβάνοντας επιθετική στάση για τον East Med – φιλόδοξο έργο 3 plus δισ. ευρώ για τη μεταφορά πετρελαίου – φυσικού αερίου, από Ισραήλ προς Ευρώπη, μέσω Κύπρου – Ελλάδας. Τότε ήταν που το ερευνητικό σκάφος «Nautical Geo» εγκλωβίστηκε από τουρκικές φρεγάτες και κορβέτες και αποχώρησε. Η τότε κυβέρνηση – Μητσοτάκη/Ν.Δ., αντί να λάβει το μήνυμα, έσπευσε (αρχές Δεκεμβρίου 2023) να υπογράψει τη Διακήρυξη των Αθηνών, αποστερώντας -επί της ουσίας- διαπραγματευτική ισχύ και πολιτικό κεφάλαιο, με τα επίχειρα να «πληρώνονται» μέχρι σήμερα.

Απαραίτητη η άμεση αφύπνιση υπό την πίεση χρόνου

Ομως, δεν είναι μόνον τα μεγάλα επενδυτικά σχέδια East Med, GSI, MEC που μπλοκάρονται από την Αγκυρα, αλλά και αρκετά ήσσονος επενδυτικής – επιχειρηματικής σημασίας (παράκτια αιολικά, θαλάσσια πάρκα, ζώνες Natura), πλην όμως μείζονος (γεω)πολιτικής, που δυστυχώς όσο παγιώνεται η αντίληψη ότι project δίχως το EVET της Αγκυρας τόσο επιβαρύνεται το «ρίσκο χώρας».

Κίνδυνος που έχει αρχίσει να συνεκτιμάται ήδη από επικεφαλής επενδυτικών οίκων, τραπεζών στο Λονδίνο, όπως και επιτελικών παραγόντων στην Αθήνα. Σε μια συγκυρία που η κυβέρνηση «παίζει τα ρέστα της» στον διαγωνισμό για τα οικόπεδα «Νότια Κρήτη Ι» και «Νότια Κρήτη ΙΙ», με τις δύο φυλαρχίες της Λιβύης να ενεργούν ως proxy της Αγκυρας, το Κάιρο να δημιουργεί τα γνωστά προβλήματα και με τα δημοσκοπικά ποσοστά της να απέχουν πόρρω από την αυτοδυναμία, οι επιχειρηματικές ισορροπίες αναδιατάσσονται.

Δεδομένου του συγκεκριμένου στενού χρονοδιαγράμματος υλοποίησης των έργων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, του δυσώδους πολιτικού κλίματος λόγω σκανδάλων, του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού και ακρίβειας συνδυαστικά με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, η διαφοροποίηση της στάσης ισχυρών επιχειρηματικών (εντός) – οικονομικών κύκλων (εκτός) είναι παραπάνω από εμφανής.

Οι τελευταίες εξελίξεις -συμφωνία Αζερμπαϊτζάν – Αρμενίας παρόντος του Τραμπ- ενεργειακού deal «μαμούθ» Ισραήλ – Αιγύπτου (35 δισ.) – επικείμενη συνάντηση Πούτιν – Τραμπ επιβάλλουν την αφύπνιση της Αθήνας στο (γεω)πολιτικό καθώς οι συνέπειες θα είναι πολλαπλές και στο επιχειρηματικό/επενδυτικό.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 14/8/2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ