Χρηματιστήριο: Η προοπτική αναβάθμισης οδήγησε στο «January Effect»

Η αυξημένη συμμετοχή ξένων χαρτοφυλακίων ενίσχυσε τη ρευστότητα και το επενδυτικό ενδιαφέρον του χρηματιστηρίου, καθιστώντας όμως την αγορά πιο ευαίσθητη σε μεταβολές.

Με January Effect και profit taking το πρώτο δίμηνο του 2026 για το Χρηματιστήριο Αθηνών. Ο πρώτος γύρος περιλάμβανε την ισχυρή άνοδο της αγοράς, τραπεζικών και blue chips, με αποτέλεσμα την καταγραφή νέων πολυετών «κορυφών» στις 2.407,09 μονάδες για τον Γενικό Δείκτη, στις 2.859,37 για τον Δείκτη Τραπεζών και στις 6.153,73 για τον FTSE25.

ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΛΑΝΤΑΛΙ

Ανοδος που αποδίδεται στην επιστροφή των ξένων (και «ξένων») έπειτα από σερί έξι μηνών εκροών, στην επικέντρωσή τους στον τραπεζικό κλάδο όπως και στην πλειονότητα των blue chips. Ειδικότερα για τον κλάδο-οδηγό του χρηματιστηρίου, το overweight έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου ήταν θεαματικό -άνοδος έως 25% για τον ΔΤΡ έναντι μόλις 2% του EuroStoxx Banks-, συντελέστηκε δε με εντυπωσιακή αύξηση συναλλαγών (στα 420 εκατ. κατά ημερήσιο μέσο όρο) και τζίρους υπερδιπλάσιους του Ιανουαρίου του 2025.
Λόγος και αφορμή για την υπεραπόδοση του Ιανουαρίου (σ.σ.: οι κορυφές καταγράφηκαν αρχές Φεβρουαρίου), η προοπτική αναβάθμισης του Χρηματιστηρίου Αθηνών συν η διαδικασία ενιαιοποίησής του υπό την ομπρέλα του Euronext. Σημειωτέον πως τα στοιχεία μεγεθών του 2025 που ανακοινώθηκαν ήταν τα τελευταία για τον φορέα ως ΕΧΑΕ, με τα οικονομικά αποτελέσματα του 2026 να αφορούν το Euronext Athens.

Στη συνεδρίαση της Τετάρτης 4 Φεβρουαρίου καταγράφηκε για τον ΔΤΡ η «κορυφή» των 2.859,37 μονάδων, σημείο καμπής για την αγορά, καθώς ακολούθησε διόρθωση συνεχόμενων εβδομάδων, καλύπτοντας το σύνολο του μήνα. Κοινός τόπος πως η απόφαση του Αρείου Πάγου (για τα στεγαστικά δάνεια του νόμου Κατσέλη) λειτούργησε -αρχικά- ως αφορμή για ένα πρώτο profit taking, που όμως στη συνέχεια αποδείχθηκε περισσότερο ως λόγος, καθώς διαμορφωνόταν τάση αμφισβήτησης του επενδυτικού status.

Στα 165 δισ. διαμορφώθηκε η χρηματιστηριακή αξία συνολικά των εισηγμένων, στα υψηλά 16ετίας (αρχές Φεβρουαρίου), μέγεθος που βάσει των εξελίξεων και των πρώτων μεγεθών του 2025 που ανακοινώνονταν να θεωρηθεί ως εύλογο, μέχρι νεωτέρας. Η απώλεια 10-12 δισ. ευρώ (σε όρους αποτίμησης) προς το τέλος Φεβρουαρίου θεωρήθηκε φυσιολογική, για αρκετούς επιβεβλημένη, προκειμένου να επαναξιολογηθούν (οι αποτιμήσεις) με νέα δεδομένα. Εν πρώτοις με την ανακοίνωση των μεγεθών του 2025 των τραπεζικών ομίλων (συστημικών και μη), με τη διοίκηση της Τράπεζας Κύπρου να ανοίγει την αυλαία, με σημαντικό δεδομένο της επιβεβαίωσης του payout ratio αντίστοιχο του 70% των κερδών (2025). Παράλληλα, συνέτρεξαν και άλλοι λόγοι που επηρέασαν τη στάση των διαχειριστών (ενδεικτικές οι περιπτώσεις των Metlen Energy & Metals, Coca Cola HBC, TITAN Cement κ.λπ.).

Προς το τέλος Φεβρουαρίου η κοινότητα είχε να διαχειριστεί αρκετές αλλαγές, συνοπτικά: την εκτίμηση για τον αντίκτυπο της απόφασης Αρείου Πάγου: καθώς πλήττει κυρίως τα funds που έχουν αποκτήσει τα δάνεια και όχι τις ίδιες τις τράπεζες, ενώ το «κούρεμα» αναμένεται να ευνοήσει τις ροές αποπληρωμής, την ενσωμάτωση τρεχουσών τιμών μετοχών με σημαντικό περιθώριο ανοδικών προσδοκιών για τα επόμενα χρόνια, με ξένους οίκους να δίνουν υψηλότερες τιμές-στόχους με μεγάλο εύρος μεταξύ θετικού vs δυσμενούς σεναρίου, την παραγωγή εταιρικών κερδών για το 2025 στα 11,5 δισ. ευρώ, με πρόβλεψη για αύξηση 5%-10% ετησίως, την αύξηση των μερισμάτων (2025) από τα 5,9 δισ. (2024), ήδη έχουν ανακοινωθεί διανομές 1,15 δισ. ευρώ, με τις τράπεζες και τη ΔΕΗ να επικαιροποιούν business plans εντός διμήνου.

Ωστόσο, με αυτά εντός σημαντικό βαθμό διαδραμάτισε (και θα συνεχίσει να διαδραματίζει) το διεθνές περιβάλλον, όπου οι επενδυτές έχουν να διαχειριστούν από σημαντικές εξελίξεις στο (γεω)πολιτικό μέτωπο (Ιράν, Ουκρανία κ.ά.) και το νομισματικό (Fed, ΕΚΤ), μέχρι την αμφίσημη σεναριολογία για ενδεχόμενη παραίτηση Λαγκάρντ, ανακοίνωση για ενεργοποίηση του Εurosystem Repo Facility και όσων προκύπτουν με εντυπωσιακή ταχύτητα και πυκνότητα. Τάση που, κατά πάσα βεβαιότητα, θα έχει συνέχεια προς το midterm της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ. Θυμίζουμε πως το ERF -θέμα που αναδείξαμε έγκαιρα από την «DEALnews»- του συστήματος παροχής ρευστότητας σε ευρώ προς τις (εθνικές) κεντρικές τράπεζες. Μάλιστα, το γεγονός πως το θέμα δεν συζητήθηκε στη συνεδρίαση της ΕΚΤ αλλά στο Eurogroup επέτεινε τις επιφυλάξεις αρκετών αναλυτών. Θα παραπέμψουμε σε αυτό που είπε ο επικεφαλής του ότι «υπό το φως των πρόσφατων γεωπολιτικών εξελίξεων στο σημερινό μας γεωπολιτικό περιβάλλον υπάρχουν κίνδυνοι το διεθνές χρηματοπιστωτικό και νομισματικό σύστημα να χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο… Είναι, συνεπώς, ζήτημα υπαρξιακής σημασίας για εμάς να διαφυλάξουμε τον διεθνή ρόλο του ευρώ, καθώς αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη νομισματική κυριαρχία της Ε.Ε….», με τον Κυριάκο Πιερρακάκη να στέλνει τα μηνύματά του.

Για το Χ.Α. το εύρος 150 δισ.-165 δισ. (σε όρους αποτίμησης των εισηγμένων) είναι αρκετά fair valued, αναλογικά με τα τελευταία δεδομένα.

Σε αυτά τα επίπεδα, όχι μόνο αποτυπώνεται η επιστροφή της ελληνικής οικονομίας στην κανονικότητα, αλλά επιπλέον ενσωματώνεται σημαντικό τμήμα των ανοδικών προσδοκιών των εισηγμένων εταιριών για τα επόμενα έτη, άρα εμπεριέχεται ρίσκο.

Δεδομένου του τραπεζοβαρούς χαρακτήρα του χρηματιστηρίου, το να υποστηρίζεται ότι οι αποτιμήσεις του εγχώριου banking είναι φτηνότερες του ευρωπαϊκού δεν σημαίνει και πολλά από τη στιγμή που η χρηματιστηριακή αξία (των ευρωπαϊκών) είναι πλέον απαιτητική.
Αρκετά τα ορόσημα για την κοινότητα, αρχίζοντας από την αξιολόγηση του αξιόχρεου της οικονομίας στις 6 Μαρτίου από την DBRS. Ακολουθεί η καθοριστική από τον Moody’s στις 13 του μήνα. Επονται στις 24 Απριλίου από τον οίκο S&P και στις 8 Μαΐου από Fitch.

Οπως σημειώνει ο Μάνος Χατζηδάκης, αν η αρχή της χρονιάς αποτελεί ενδεικτικό οδηγό, το 2026 προδιαγράφεται ως έτος αυξημένης έντασης κεφαλαιακών ροών προς και από το Χ.Α. Για τον επικεφαλής ανάλυσης της ΒΕΤΑ χρηματιστηριακής η αναβάθμιση του ελληνικού χρηματιστηρίου στην περίμετρο των ανεπτυγμένων αγορών έχει ενισχύσει το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον, καθιστώντας όμως την αγορά πιο ευαίσθητη σε μεταβολές του διεθνούς κλίματος και των τοποθετήσεων των ξένων χαρτοφυλακίων, στοιχείο που μεταφράζεται σε υψηλότερη μεταβλητότητα.

Οι κινήσεις δεν υπακούουν πάντα σε εγχώρια θεμελιώδη, αλλά σε ανακατανομές χαρτοφυλακίων και αλλαγές στάθμισης και διεθνείς ροές ρίσκου, εντείνοντας τις διακυμάνσεις τόσο στην άνοδο όσο και στη διόρθωση. Για μια αγορά με περιορισμένο βάθος, όπως το Χρηματιστήριο Αθηνών, η αυξημένη παρουσία τέτοιων κεφαλαίων ανεβάζει τον πήχη της δυσκολίας, καθιστώντας την ανάγνωση των ροών εξίσου σημαντική με την ανάλυση των εταιρικών μεγεθών. Αν μη τι άλλο, βραχυπρόθεσμα η «πίστα» έχει δυσκολέψει.

Επιμέρους εξελίξεις σε επιχειρηματικό επίπεδο επηρεάζουν τη στάση των επενδυτών που, πλέον, δεν είναι «γραμμική», αλλά εμφανώς πιο επιλεκτική, κάτι που εξηγεί το stock picking.

Ενδεικτική εξέλιξη η πρόσφατη εξαμηνιαία αναθεώρηση των δεικτών FTSE/Russell (20/2), με τις μετοχές των Crediabank και Viohalco να εντάσσονται στον δείκτη Emerging Europe Large Cap, και με τη δεύτερη να «αναβαθμίζεται» από τον δείκτη Mid Cap. Οπως και η ανακοίνωση μεγεθών του 2025 από τις διοικήσεις των τραπεζών νέων, όπως η συμμετοχή της Quest Holdings με 5,05% στο μ.κ. του Ομίλου Fourlis (σ.σ.: μέσω της θυγατρικής iQbility).

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 27/2/2026)

Advertisement 5

Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img


Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6
Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ