Παραφράζοντας την αρχαιόθεν γνωστή ρήση «ανάγκα και θεοί πείθονται» (*) η προσέγγισή μας για να καταδείξουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης για την Ευρώπη. Το γεγονός και μόνο ότι στη Γερμανία έχει ανοίξει η συζήτηση για το ενδεχόμενο έκδοσης -με όποια μορφή- κοινού χρέους αρκεί, δεδομένης της μέχρι πρόσφατα άτεγκτης θέσης που τηρούσε το Βερολίνο, δηλαδή η γερμανική κυβέρνηση, είτε με την πρότερη ηγεσία υπό τον Ολαφ Σολτς (SPD) είτε με την υφιστάμενη του Φρίντριχ Μερτς (CDU).
ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΛΑΝΤΑΛΙ
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης είναι ότι η συζήτηση άνοιξε έπειτα από παρέμβαση της Φρανκφούρτης, δηλαδή από τον ίδιο τον πρόεδρο της Bundesbank, Γιοακίμ Νάγκελ. Τι είπε ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, ταυτόχρονα ισχυρότερου μέλους του ανωτάτου συμβουλίου διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας;
«Το να κάνουμε την Ευρώπη ελκυστική σημαίνει, επίσης, να προσελκύσουμε επενδυτές από το εξωτερικό. Μια ευρωπαϊκή αγορά με μεγαλύτερη ρευστότητα όσον αφορά τα ασφαλή ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία θα υποστήριζε αυτόν τον στόχο», προειδοποιώντας (ή και τηρώντας τα προσχήματα) ότι «το ευρωπαϊκό χρέος δεν είναι δωρεάν γεύμα και οι αμφιβολίες για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα δεν θα πρέπει να θέσουν σε κίνδυνο τις προοπτικές για βελτιωμένες κοινές πολιτικές». Σωστά, όμως το πρόγραμμα δημοσιονομικής σταθερότητας αφορά τον προϋπολογισμό της Ενωσης για την περίοδο 2028-2043, με το πρόβλημα να κατατρύχει ήδη από τα ενδότερα την ευρωπαϊκή οικονομία/επιχειρηματικότητα. O Γιόακιμ Νάγκελ, εξέχον μέλος του Governing Council της ΕΚΤ, προφανώς είναι σε θέση να γνωρίζει ενδελεχώς τα αδιέξοδα της ευρωπαϊκής οικονομίας (ειδικότερα της χώρας του) και πολύ δύσκολα εκφράζει προσωπική άποψη (που δεν είναι σε γνώση της προέδρου Κριστίν Λαγκάρντ). Εξίσου ενδιαφέρον το γεγονός πως ο κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας εξέφρασε αυτή τη θέση (στο Politico) μόλις δύο ημέρες αφότου η Ρώμη (διά του υπουργού Εξωτερικών Αντόνιο Ταγιάνι) αναθεωρούσε προηγούμενη υποστηρικτική θέση (για την έκδοση κοινού χρέους) που πρώτος είχε εκφράσει ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, συγκλίνοντας με τη γραμμή του Βερολίνου. Προφανές πως στους κόλπους των κέντρων λήψης αποφάσεων της Ευρώπης «συγκρούονται» διαφορετικά συμφέροντα, τάσεις και τακτικές, πλην όμως καθίσταται προφανής η αδήριτη ανάγκη εξεύρεσης λύσης. Πρόκειται για αποφάσεις που αφορούν τη βιωσιμότητα της Ευρώπης… εχθές, σε μία περίοδο που οι φυγόκεντρες τάσεις ενισχύονται.
Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΘΕΣΕΩΝ
Αναπόφευκτα η συζήτηση για το «χρέος» θα ήταν στην ημερήσια διάταξη του Eurogroup, με τον όρο eurobond, είτε ως ψίθυρος είτε ως ανοιχτή θέση, να ακούγεται όχι και τόσο χαμηλόφωνα. Η σύσκεψη των υπουργών Οικονομικών είχε μεν ως κύριο θέμα (επισήμως) τη συζήτηση για την οικονομική πολιτική, ατζέντα 2026, επί της ουσίας όμως το ευρωομόλογο είναι αυτό που απασχολεί. Αγνωστο εάν η διάσταση θέσεων μεταξύ Βερολίνου (Φρίντριχ Μερτς) – Φρανκφούρτης (Γιακίμ Νάγκελ) είναι πραγματική ή προσχηματική (ή αμφότερα), σε κάθε περίπτωση όμως θέτει το ενδεχόμενο έκδοσης «ενιαίας μορφής χρέους» επί τάπητος. Ποια είναι η βάση του ζητήματος, το ReArmEU απαιτεί δισ. ευρώ, που ακόμα και η πλεονασματική οικονομία της Γερμανίας θα επιβαρυνθεί με τεράστια κόστη «κεφαλαίου». Η γερμανική οικονομία παραμένει δομικά πλεονασματική (όσον αφορά το εμπορικό ισοζύγιο: μεγαλύτερες εξαγωγές από εισαγωγές), ωστόσο είναι εύθραυστη (με ύφεση 0,2% το 2024, οριακή ανάπτυξη το 2025 και 2026). Το ομοσπονδιακό χρέος (ως προς το ΑΕΠ) είναι μεν από τα χαμηλότερα της Ευρωζώνης -κυμαίνεται στο 65%-, αλλά αναπόφευκτα θα επιβαρυνθεί λόγω της υλοποίησης του θηριώδους αμυντικού/εξοπλιστικού προγράμματος. Ηδη, στη Γερμανία σημαντικοί θεσμοί όπως η Bundesbank από τις αρχές του 2024 αλλά και το Οικονομικό Συμβούλιο των Πέντε Σοφών στην έκθεσή του για την οικονομία (του 2024), με συντηρητική διαδρομή στις θέσεις τους, έχουν αλλάξει άποψη και υποστηρίζουν ανοιχτά τη χαλάρωση του κόφτη. Αλλωστε, το γνωστό ως «Schuldenbremse» ήταν αδύνατο να παρακαμφθεί χωρίς πολύπλοκες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, υπό τη δαμόκλειο σπάθη του Συνταγματικού Δικαστηρίου της χώρας.
Τι μέλλει γενέσθαι; Την Τρίτη στο Ecofin συζητήθηκαν θέματα της «σκληρής ατζέντας», δηλαδή κατευθυντήριες γραμμές για τον Προϋπολογισμό του 2027, πορεία υλοποίησης των εθνικών δημοσιονομικών σχεδίων στο πλαίσιο των νέων κανόνων, αλλά και ενεργοποίηση ρητρών ευελιξίας για χώρες που αντιμετωπίζουν αυξημένες αμυντικές ή επενδυτικές ανάγκες. Η συζήτηση για τις εθνικές ρήτρες διαφυγής αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αρκετά κράτη-μέλη επιχειρούν να συμπεριλάβουν τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες σε πλαίσιο ευέλικτης δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Πρακτικά ο επικεφαλής της Bundesbank «βλέπει» (πιθανότατα και η πρόεδρος της ΕΚΤ) ότι η επικείμενη τοποθέτηση τραπεζίτη του Τραμπ στη Fed θα απαιτήσει ευρύτερη ευρωπαϊκή συνοχή και ενδεχομένως μεγαλύτερη ευελιξία. Και στο τελευταίο αρχίζει να «κουμπώνει» η έτερη σοβαρή συζήτηση που έχει τεθεί και επίσημα, αυτής της Ευρώπης δύο ταχυτήτων, όπως είχε τεθεί από την «DEALnews» σε προηγούμενο φύλλο της.
(*)για την ακρίβεια της απόδοσης στον Σιμωνίδη τον Κείο: ἀνάγκᾳ δ᾿ οὐδὲ θεοὶ μάχονται
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 20/2/2026)





