Στο 2,9% παρέμεινε ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Ιανουάριο 2026, επίπεδο υψηλότερο από της Ευρωζώνη (1,7%), σύμφωνα με το Inflation Monitor από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η εικόνα, παρά την αποκλιμάκωση από τις αρχές του 2025, εμφανίζει μεταβλητότητα, με την ΤτΕ να σημειώνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετική φάση του οικονομικού κύκλου σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Το 2025 ο μέσος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,9%, ενώ ο δομικός πληθωρισμός (χωρίς ενέργεια και τρόφιμα) ήταν υψηλότερος, στο 3,6%, ένδειξη ότι οι πιέσεις δεν περιορίζονται σε «εισαγόμενα» σοκ.
Το μεγαλύτερο βάρος προέρχεται από τις υπηρεσίες, όπου οι ετήσιες αυξήσεις παραμένουν υψηλές (4,1% τον Ιανουάριο), επηρεάζοντας και τον δομικό δείκτη, ο οποίος ήταν 3,3%. Η ΤτΕ συνδέει την επιμονή του πληθωρισμού υπηρεσιών με την ακόμη σφιχτή αγορά εργασίας, παρά τη σταδιακή επιβράδυνση της αύξησης μισθών.
Δεύτερη πηγή πίεσης είναι τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα, με ετήσια άνοδο 10,2% τον Ιανουάριο, όταν στα επεξεργασμένα τρόφιμα οι αυξήσεις είναι σαφώς πιο ήπιες (0,9%). Αντίθετα, η ενέργεια κινείται πτωτικά (-4,4%), συγκρατώντας τον γενικό δείκτη, αν και το δελτίο επισημαίνει ότι τους τελευταίους μήνες καταγράφηκαν ανατιμήσεις λόγω γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Στο πλαίσιο αυτών των εξελίξεων, οι προπορευόμενοι δείκτες τιμών δείχνουν νέες πιέσεις κόστους στη μεταποίηση. Τον Ιανουάριο αυξήθηκαν έντονα οι τιμές εισροών λόγω μεταφορικών χρεώσεων και ακριβότερων μετάλλων, ενώ οι επιχειρήσεις πέρασαν μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων στους πελάτες. Η αύξηση των θαλάσσιων μεταφορικών, που παραμένουν ευάλωτα σε διαταραχές, λειτουργεί ως δίαυλος μετάδοσης κόστους διεθνώς.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026)





