Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση διαμόρφωσης πράσινης οικονομίας αποτελούν στρατηγική προσέγγιση στις αυξημένες απαιτήσεις του οικονομικού γίγνεσθαι και θεωρούνται κατά πολλούς ως η ενδεδειγμένη απάντηση βιώσιμης ανάπτυξης στην πιεστική ανάγκη εξωστρέφειας της οικονομικής δραστηριότητας.
ΤΟΥ Ξενοφώντος Καραβίδα
Στο πλαίσιο αυτό, στην ελληνική οικονομία δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς πόσο εξαρτημένη είναι από το φυσικό της πλούτο, που αποτελεί και κύριο ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Στο θολό τοπίο της οικονομικής στενότητας και της δυστοκίας, το φυσικό κεφάλαιο αντιμετωπίζεται πολλάκις ως αναπτυξιακό εμπόδιο και περιττή πολυτέλεια, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιείται ως αναλώσιμος πόρος στην αποπληρωμή του χρέους και την επάνοδο της χώρας στο παλιό αναπτυξιακό μοντέλο.
Πάρα ταύτα, η ελληνική οικονομία καλείται συνεχώς να αντιμετωπίζει πρωτίστως τα βαθιά δομικά προβλήματα ενός ατελέσφορου οικονομικού μοντέλου, που είναι δομημένο στην εσωστρεφή υπερκατανάλωση με δανεικά, και μιας ελλιπούς, μη ανταγωνιστικής παραγωγικής δραστηριότητας, που έχει δομηθεί με μυωπικά μικροπολιτικά κριτήρια, που υποστηρίζεται από έναν καταφανέστατα δυσκίνητο και αναποτελεσματικό μηχανισμό διακυβέρνησης. Αυτονόητα το συγκεκριμένο μοντέλο, με χρηματοοικονομικούς όρους, δεν είναι βιώσιμο.
Ως εκ τούτου, τεκμαίρεται ως αδυναμία η διαχρονική έλλειψη πολιτικής βούλησης στη χάραξη ολοκληρωμένης και σύγχρονης περιβαλλοντικής πολιτικής, καθώς και στη διαμόρφωση βιώσιμης αναπτυξιακής πολιτικής. Επί αυτού, είναι γνωστά τα εμπόδια, αφού σχετίζονται με την αδιαφάνεια και την πελατειακή διακυβέρνηση, την πολιτική ασυμμετρία, με ελλιπή συντονισμό και διοικητική αναποτελεσματικότητα, τον νομικό λαβύρινθο και την ελεγκτική αδυναμία, όπως ανεδείχθησαν και στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Παράλληλα, στη βιώσιμη οικονομία αποτελεί προϋπόθεση η θεσμοθέτηση δέσμης μέτρων βελτίωσης του συντονισμού μεταξύ των διοικητικών μηχανισμών περιβαλλοντικού ελέγχου, όπως και η διεύρυνση των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων.
Ωστόσο, κανείς δεν παραγνωρίζει και δεν προσπερνά το γεγονός πως η συνολική ετήσια αξία των αγαθών και υπηρεσιών που παρέχονται από τα οικοσυστήματα ανέρχεται σε τουλάχιστον 26 τρισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1/3 του συνολικού παγκόσμιου ΑΕΠ.
Με αυτά τα δεδομένα, απαιτείται υιοθέτηση μιας ευρύτερης μεθοδολογικής προσέγγισης που θα λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν -έμμεσα ή άμεσα- την κοινωνική ευημερία και την περιβαλλοντική διακυβέρνηση, ένα διαφορετικό πρότυπο ανάπτυξης και δημοσιονομικού σχεδιασμού.
Η φορολογική και η ευρύτερη δημοσιονομική μεταρρύθμιση είναι προϋπόθεση στην επίτευξη της αποσύνδεσης της οικονομικής δραστηριότητας από την υπέρμετρη περιβαλλοντική πίεση. Στο πλαίσιο αυτό, οι στόχοι μιας ολοκληρωμένης φορολογικής μεταρρύθμισης με πράσινο προσανατολισμό είναι προφανώς δημοσιονομικοί, αλλά συγχρόνως περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί.
Αυτονόητα η απαραίτητη μεταρρύθμιση οφείλει να συνδυάζει την αύξηση της φορολόγησης της χρήσης και κατανάλωσης ενέργειας και φυσικών πόρων, όπως και της περιβαλλοντικής ρύπανσης. Συνδυασμός που επιτρέπει την αναδιανομή του φορολογικού βάρους στην ελάφρυνση της εργασίας και ενίσχυσης του επενδυτικού κεφαλαίου, με στόχο την επανεκκίνηση της οικονομίας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Ο σχεδιασμός και η ένταξη ενός σύγχρονου φορολογικού συστήματος σε ένα συνολικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, αποτελεί παράγοντα τόνωσης της ανταγωνιστικότητας, ενδυναμώνει την περιβαλλοντικά βιώσιμη παραγωγική οικονομία και συμβάλλει στην εξομάλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Εξυπακούεται πως ο σχεδιασμός ενός ολοκληρωμένου πλαισίου περιβαλλοντικής φορολογίας δεν συνεπάγεται αύξηση του συνολικού φορολογικού βάρους.
Για παράδειγμα, οι φόροι σε ενεργειακά προϊόντα (πετρέλαιο θέρμανσης και κίνησης) και τα τέλη κυκλοφορίας οχημάτων δηλώνονται ως περιβαλλοντικοί φόροι. Η εξίσωση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης με το πετρέλαιο κίνησης, ο οποίος δηλώνεται στη βάση φορολογικών δεδομένων της Ε.Ε. από την Ελλάδα σαν «περιβαλλοντικός φόρος».
Και στα δύο παραδείγματα, η εξίσωση όσο και ο ο υπολογισμός του φόρου σε καθεμία από τις χρήσεις αυτές είναι περιβαλλοντικά αυθαίρετος, διότι δεν προκύπτει με σαφήνεια από υπολογισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των καυστήρων θέρμανσης και των κινητήρων οχημάτων. Επί αυτού, το ελληνικό φορολογικό σύστημα δεν περιλαμβάνει την περιβαλλοντική διάσταση της χρήσης και κατανάλωσης πολύτιμων φυσικών πόρων.
Εάν δεχθεί κανείς ότι οι φόροι πρέπει να είναι το κόστος που οι πολίτες πληρώνουν για να ζουν σε μια πολιτισμένη κοινωνία, τότε στόχος οφείλει να είναι η διαμόρφωση δίκαιης και ευνομούμενης Πολιτείας που θα στηρίζεται από τους φόρους των πολιτών της.
Πέραν αυτών, ως βασικό μέσο προσέλκυσης επενδύσεων, η πράσινη οικονομία χρειάζεται επενδυτικούς νόμους που στοχεύουν στην ενίσχυση εκείνων των σχεδίων που τονώνουν την επιχειρηματικότητα σε κλάδους χαμηλού οικολογικού αποτυπώματος, εμπορικούς, εξωστρεφείς και καινοτόμους, δηλαδή βιώσιμους. Η μεταποίηση και η ανακύκλωση είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα σχετικών επιχειρηματικών κλάδων.
Επί τούτου, επιβάλλεται η αποτελεσματική χρήση των πολύτιμων κοινοτικών πόρων για μακρόπνοη, καινοτόμο και περιβαλλοντικά και κοινωνικά βιώσιμη ανάπτυξη. Φαντάζει ανεδαφικό να είναι κεντρικός στόχος η απορρόφηση των κονδυλίων από την Ε.Ε. χωρίς την ύπαρξη εθνικού σχεδιασμού μεταρρυθμίσεων, διότι η εμπειρία έχει δείξει πως δεν γίνεται πράξη η δυνατότητα πλήρους αξιοποίησης των κοινοτικών κονδυλίων όπως στην περίπτωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 13/2/2026)






