Το ιδιωτικό χρέος μετατρέπεται σε… Λερναία Υδρα

Η απόφαση του Αρείου Πάγου φαντάζει «ανάσα» για τους δανειολήπτες, αλλά ενδέχεται να προκαλέσει και δημοσιονομικούς κινδύνους, που θα βαρύνουν πάλι τους φορολογουμένους.

Μαζικές οι απορρίψεις ρυθμίσεων στον εξωδικαστικό. Τι ζητά η αγορά για τις οφειλές

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Με ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω κινείται η Ελλάδα σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους, καθώς και οι κυβερνητικές παρεμβάσεις αποδεικνύονται ανεπαρκείς, αλλά και οι πολίτες δείχνουν να «στενάζουν» κάτω από το βάρος των υποχρεώσεών τους, δημιουργώντας διαρκώς περισσότερες οφειλές, δίνοντας την εικόνα μιας πραγματικής Λερναίας Υδρας που γίνεται ολοένα πιο απειλητική, προκαλώντας πολύμορφους κινδύνους για την οικονομία στο σύνολό της.

Ακόμα και αν η πρόσφατη απόφαση από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ξεκαθάρισε τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στις δικαστικές ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη, μειώνοντας τη μηνιαία επιβάρυνση σε εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες (άγνωστο, ωστόσο, πόσοι εξ αυτών είναι σε πραγματική ανάγκη ή είναι στρατηγικοί κακοπληρωτές), παραμένει ασαφές για το ποιος θα πληρώσει στο τέλος τον «λογαριασμό».

Από την άλλη, ο εξωδικαστικός μηχανισμός συνεχίζει να παράγει ρυθμίσεις και να πηγαίνει από ρεκόρ σε ρεκόρ, όμως παράλληλα καταγράφει ένα ποσοστό απορρίψεων με κριτήριο την οικονομική αδυναμία εξυπηρέτησης που δείχνουν πως τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις βρίσκονται με τη «θηλιά στον λαιμό», χωρίς να μπορούν να βρουν διέξοδο ούτε στα υπάρχοντα εργαλεία. Καθόλου τυχαίο που η αγορά πιέζει για πιο μαζικές λύσεις ρύθμισης οφειλών, ιδίως προς Δημόσιο και ταμεία.

Ωστόσο, το πλαίσιο είναι ήδη βεβαρημένο. Τα ληξιπρόθεσμα προς την Εφορία κινούνται σε επίπεδα άνω των 112 δισ. ευρώ, με το «πραγματικό» ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο να υπολογίζεται κοντά στα 85,2 δισ. ευρώ, αφού περίπου 27,3 δισ. ευρώ χαρακτηρίζονται ανεπίδεκτα είσπραξης, με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ για τον Οκτώβριο 2025. Παράλληλα, τα χρέη που έχουν ενταχθεί στο ΚΕΑΟ, δηλαδή προς τα ασφαλιστικά ταμεία, διαμορφώθηκαν στα 50,68 δισ. ευρώ στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2025, με περίπου 20,84 δισ. ευρώ να αφορούν πρόσθετα τέλη.

Με ένα τέτοιο «απόθεμα» χρέους, τα νοικοκυριά είναι αντιμέτωπα με έλλειψη ρευστότητας και περιορισμό κατανάλωσης, ενώ όσο οι επιχειρήσεις δεν έχουν δυνατότητα να πάρουν πιστοποιητικά ενημερότητας δυσκολεύουν οι συναλλαγές τους και συναντούν μειωμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Η ουσία της κρίσης του Αρείου Πάγου είναι ότι ο τόκος στα δάνεια που είχαν ρυθμιστεί δικαστικά μέσω του νόμου Κατσέλη πρέπει να υπολογίζεται πάνω στη μηνιαία δόση που έχει ορίσει το δικαστήριο και όχι πάνω στο σύνολο του άληκτου κεφαλαίου της ρυθμισμένης οφειλής.

Σε πρακτικό επίπεδο, επαναφέροντας τη λογική της δικαστικής προστασίας, το δικαστήριο, όταν ρυθμίζει, ορίζει δόση με βάση πραγματικό εισόδημα και εύλογες δαπάνες διαβίωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο οφειλέτης μπορεί να την πληρώνει σε βάθος χρόνου. Οταν ο τόκος υπολογιζόταν επί του άληκτου κεφαλαίου, η μηνιαία υποχρέωση συχνά ανέβαινε σε επίπεδα ασύμβατα με αυτό που είχε κριθεί βιώσιμο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται νέα αδυναμία πληρωμής και να ανακυκλώνεται το πρόβλημα.

Η διαφορά που τώρα προκύπτει για τους δανειολήπτες είναι αξιοσημείωτη. Αν μια απόφαση είχε ορίσει δόση 500 ευρώ, ο παλαιός τρόπος υπολογισμού μπορούσε να ανεβάσει τη μηνιαία επιβάρυνση προς τα 650-700 ευρώ, επειδή ο τόκος υπολογιζόταν πάνω στο άληκτο κεφάλαιο. Με τον νέο τρόπο ο τόκος εφαρμόζεται πάνω στη δόση, άρα η πρόσθετη επιβάρυνση είναι σαφώς μικρότερη και η μηνιαία υποχρέωση παραμένει κοντά στο ποσό που όρισε το δικαστήριο. Το αν θα υπάρξουν συμψηφισμοί με ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί είναι ζήτημα που θα κριθεί από το πλήρες σκεπτικό και τις αναμενόμενες εφαρμοστικές οδηγίες.

Το κρίσιμο σημείο για την ελληνική οικονομία είναι ότι πρόκειται για μια κρίσιμη μάζα παλαιών υποθέσεων που έχουν σε μεγάλο βαθμό περάσει στην αγορά διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων, μέσω τιτλοποιήσεων και μεταβιβάσεων, με servicers να έχουν τον ρόλο της είσπραξης και της εκτέλεσης των ρυθμίσεων. Επειδή αυτά τα χαρτοφυλάκια «τρέχουν» με υποθέσεις διαφορετικής παλαιότητας και χαρακτηριστικών, η ακριβής αποτίμηση των επιπτώσεων δεν είναι μονοσήμαντη.

Το βασικό ερώτημα για την εφαρμογή της απόφασης είναι αν η νέα ερμηνεία θα οδηγήσει σε επανυπολογισμό κυρίως για το μέλλον ή αν θα ανοίξει πεδίο για συμψηφισμούς και αναδρομικές διορθώσεις σε ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί. Παράλληλα, είναι ερώτημα αν θα υπάρξουν διαφορετικές «ταχύτητες» εφαρμογής ανάλογα με το στάδιο κάθε υπόθεσης, δηλαδή αν πρόκειται για ενεργή ρύθμιση σε εκτέλεση ή για σχέδιο αποπληρωμής που έχει ήδη ολοκληρωθεί.

Ομως πέραν των παραπάνω, αυτή η «ανάσα» των περίπου 350.000 δανειοληπτών μετατρέπεται σε πιθανό δημοσιονομικό ζήτημα από τον τρόπο που είναι δομημένες οι τιτλοποιήσεις των «κόκκινων» δανείων. Στο ελληνικό σχήμα, οι senior τίτλοι έχουν προτεραιότητα πληρωμής και καλύπτονται από κρατική εγγύηση στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής». Αν μειώνονται οι εισπράξεις τόκων από ένα τμήμα των ρυθμίσεων, μειώνονται και τα διαθέσιμα, αυξάνοντας την πίεση στις ταμειακές ροές των τιτλοποιήσεων και διακινδυνεύοντας να «σκάσουν» οι εγγυήσεις.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, δηλαδή αν υπάρξει κατάπτωση της κρατικής εγγύησης, το Δημόσιο καλείται να καλύψει εγγυημένες υποχρεώσεις, μεταφέροντας το κόστος στον Προϋπολογισμό, μέσω επιβάρυνσης ταμειακών διαθεσίμων ή αύξησης δανεισμού και μελλοντικών δαπανών τόκων, μετακυλίοντας τον «λογαριασμό» στους Ελληνες φορολογουμένους. Στην αγορά εκτιμώνται δυνητικές επιπτώσεις σε τάξη μεγέθους από 1-1,3 δισ. ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν ισοδυναμεί με διαγραφή οφειλής για τους δανειολήπτες. Ο οφειλέτης εξακολουθεί να οφείλει το κεφάλαιο όπως αυτό έχει κριθεί ή ρυθμιστεί και οι πιστωτές εξακολουθούν να έχουν δικαιώματα, αλλά αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται ο τόκος πάνω στη δικαστική δόση.

Ο μηχανισμός αφήνει εκτός τους πιο αδύναμους

Καλά νέα δεν έρχονται ούτε από τα στοιχεία του εξωδικαστικού μηχανισμού. Η μηνιαία έκθεση προόδου για τον Ιανουάριο του 2026 καταγράφει 2.554 νέες επιτυχείς ρυθμίσεις, με ύψος αρχικών οφειλών 773,87 εκατ. ευρώ. Σε σωρευτικό επίπεδο, οι επιτυχείς ρυθμίσεις ανέρχονται σε 53.307, με συνολικό ύψος αρχικών οφειλών 16,53 δισ. ευρώ. Αν και η εικόνα αυτή δείχνει ότι ο μηχανισμός έχει μπει σε σταθερή ροή, οι νέες αιτήσεις ένταξης πολλαπλασιάζονται, υπενθυμίζοντας πως τα χρέη συνεχίζουν να «πνίγουν» τους Ελληνες πολίτες.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ίδια έκθεση αποτυπώνει υψηλό ποσοστό απορρίψεων για πάνω από το 1/3 των αιτήσεων. Το 32,2% των συνολικών αιτήσεων που αξιολογήθηκαν απορρίφθηκε με αιτιολογία την ανεπαρκή οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης της ρύθμισης. Αυτό σημαίνει ότι ο εξωδικαστικός λειτουργεί κυρίως για όσους έχουν σταθερή ή έστω προβλέψιμη ικανότητα πληρωμής, αφήνοντας εκτός εκείνους που κινούνται σε μόνιμα οριακή κατάσταση. Σε πρακτικούς όρους, η απόρριψη διατηρεί τους πλέον οικονομικά αδύναμους οφειλέτες σε καθεστώς καθυστέρησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για ρυθμίσεις, κατασχέσεις και πρόσθετες επιβαρύνσεις.

Επιπλέον, αν και είναι σημαντικός ο ρυθμός με τον οποίος νέες οφειλές «μπαίνουν» στον εξωδικαστικό, η εικόνα είναι αποκαλυπτική για το πόσοι τελικά «βγαίνουν» από αυτόν επιτυχώς, καθώς μόνο το 8,4% των οφειλών εμφανίζεται ως ενήμερο, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αιτήσεων να εντοπίζεται στο εύρος 50.000-200.000 ευρώ, δηλαδή αφορούν «καθημερινές» περιπτώσεις δανεισμού. Ταυτόχρονα, οι οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ αθροίζουν περίπου 34 δισ. ευρώ και αντιστοιχούν στο 57,6% του συνόλου των οφειλών που περνούν από τον μηχανισμό.

«ΚΟΥΡΕΜΑ» 14%

Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι 607 από τις ρυθμίσεις του Ιανουαρίου προήλθαν βάσει της επιλεξιμότητας του ν. 5193/2025. Στα αποτελέσματα αποτυπώνονται, επίσης, μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής και «κουρέματα» που κάνουν τη δόση πιο ανεκτή. Ενδεικτικά, για οφειλές προς το Δημόσιο, ο μέσος χρόνος αποπληρωμής που εμφανίζεται είναι 16 έτη, με μέσο κούρεμα 14% για οφειλές προς το Δημόσιο και 29% για οφειλές προς χρηματοδοτικούς φορείς.

Συνολικά, η εικόνα του εξωδικαστικού επαναφέρει τη συζήτηση για το πόσο βιώσιμο είναι μεγάλο τμήμα του ιδιωτικού χρέους που συσσωρεύεται στην ελληνική οικονομία, με χιλιάδες δανειολήπτες να μην έχουν ρεαλιστική διέξοδο. Σε αυτή τη βάση αυξάνεται η πίεση της αγοράς για παρεμβάσεις στο σκέλος των οφειλών προς το Δημόσιο και τα ταμεία, ένα πεδίο στο οποίο οι παράμετροι της αποπληρωμής μπορούν να τροποποιηθούν με πολιτική απόφαση, χωρίς να απαιτείται συναίνεση πολλών ιδιωτών πιστωτών ταυτόχρονα.

Στο τραπέζι το αίτημα της επαναφοράς των 120 δόσεων

«Κραυγή αγωνίας» εκπέμπεται και από την αγορά και τους φορείς της, καθώς η κατάσταση για τους επαγγελματίες είναι ασφυκτική. Προ ημερών ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Γιάννης Χατζηθεοδοσίου επανέφερε το αίτημα για νέα ρύθμιση έως 120 δόσεις για οφειλές προς το Δημόσιο, σε μια απόπειρα να αυξηθεί η εισπραξιμότητα και να συγκρατηθούν νέα κύματα ληξιπρόθεσμων από επαγγελματίες και επιχειρήσεις. Η λογική του προέδρου του ΕΕΑ είναι ότι η σημερινή αρχιτεκτονική ρυθμίσεων δεν καλύπτει επαρκώς τις επιχειρήσεις που κινούνται στο όριο, ιδίως όταν η αρχική οφειλή έχει διογκωθεί από προσαυξήσεις και πρόσθετα τέλη και η μηνιαία δόση γίνεται μη ρεαλιστική.

Στο ίδιο μήκος κύματος, αντίστοιχα αιτήματα εκφράζονται και για τις ασφαλιστικές οφειλές, με στόχο ένα πιο συνεκτικό πλαίσιο μεταξύ Εφορίας και ΕΦΚΑ, ώστε να μην μπλοκάρουν οι συναλλαγές λόγω απώλειας της ενημερότητας από ένα από τα δύο «μέτωπα». Το πρόβλημα των επαγγελματιών είναι ότι η δυνατότητά τους να είναι εντάξει με τις υποχρεώσεις τους «σπάει» εύκολα όταν το κόστος και οι προσαυξήσεις «τρέχουν» παράλληλα σε δύο διαφορετικά συστήματα ρύθμισης, ενώ η απώλεια ενημερότητας μπορεί να στερήσει από τον οφειλέτη πρόσβαση σε εισπράξεις που χρειάζεται για να πληρώνει.

Ακόμα ένα σημείο που βάζει η αγορά στο τραπέζι είναι η ανάγκη για κανόνες δεύτερης ευκαιρίας με σαφή όρια. Οι επαγγελματίες ζητούν να μη χάνονται οι ρυθμίσεις για μια πρόσκαιρη πτώση εισοδήματος, αλλά να υπάρχουν αυστηρά φίλτρα, ώστε να αποτρέπεται η κατάχρηση. Αυτό στην πράξη σημαίνει περιορισμένες δυνατότητες επανένταξης, αυτοματοποιημένους ελέγχους, σαφείς όρους απώλειας ρύθμισης και κίνητρα συνέπειας, όπως κλιμακωτή μείωση προσαυξήσεων όσο τηρούνται οι δόσεις.

Ασκήσεις ισορροπίας από την κυβέρνηση

Μπροστά στο διογκούμενο «παγόβουνο» ιδιωτικού χρέους, το δίλημμα για την κυβέρνηση είναι τριπλό. Χρειάζεται να συνεχίσει και να επιταχύνει τις εισπράξεις οφειλών, να αποτρέψει έναν νέο κύκλο ληξιπρόθεσμων που θα ενισχύσει το ρίσκο για την ελληνική οικονομία, αλλά θέλει και να αποφύγει το μήνυμα ότι η καθυστέρηση επιβραβεύεται. Ταυτόχρονα, μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου ένα κομμάτι του ιδιωτικού χρέους ρίχνει «μπαρούτι» στον Προϋπολογισμό μέσω του πλαισίου εγγυήσεων του «Ηρακλή», άρα οι χειρισμοί πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και αυτή τη διάσταση.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 13/2/2026)

Advertisement 5




Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6
Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ