Στο μικροσκόπιο της Κοβέσι οι ροές χρήματος του Τ.Α.

Αποκαλυπτική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου καταγράφει ανεπαρκείς μηχανισμούς στο σύστημα ελέγχου – Η Ελλάδα ερευνάται για τρεις περιπτώσεις από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Τα κενά στον έλεγχο της ροής του χρήματος μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, που διαχειρίζεται 36 δισ. ευρώ στην Ελλάδα και 650 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αποκαλύπτει νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εξηγεί πως η κατάσταση είναι χειρότερη από αυτά που ισχύουν στα κονδύλια του ΕΣΠΑ και της ΚΑΠ, δηλαδή σε δύο οχήματα επιδοτήσεων στα οποία η Ελλάδα αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή ανοιχτά μέτωπα με υποθέσεις που ερευνώνται από τη Δικαιοσύνη για διασπάθιση κονδυλίων (στα προγράμματα κατάρτισης της ΓΣΕΕ, αλλά και στις αγροτικές επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ). Υπάρχουν πολλά κενά στο σύστημα ελέγχου, αλλά και ο κίνδυνος άτυπης «παραγραφής» μετά το 2026, λόγω ατελειών στη νομοθεσία της Ε.Ε…

Λάουρα Κοβέσι

Το νέο έγγραφο του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για την αντιμετώπιση της απάτης στα κονδύλια του Ταμείου Ανάπτυξης αναφέρει ότι υπάρχουν ήδη τρεις περιπτώσεις για τις οποίες η Ελλάδα ερευνάται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, της οποίας ηγείται η γενική Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι. Παραπέμπει στο έργο της που δείχνει 84 ανοιχτές υποθέσεις, η αξία των οποίων υπολογίζεται σε 1,7 δισ. ευρώ.

Επίσης, εξηγεί τη μεγάλη σημασία που έχει να κλείσουν τα κενά στον μηχανισμό ελέγχου του Ταμείου Ανάκαμψης για τα οποία έχει προειδοποιήσει και σε πρόσφατο πόρισμά του. Δείχνει πως σε 12 από τα 28 κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, καταγράφονται «ανεπάρκειες στα συστήματα διαχείρισης και δικλίδων που εφαρμόζουν οι εν λόγω χώρες για τη διασφάλιση της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε.». Επίσης, το Ελεγκτικό Συνέδριο στο ίδιο πόρισμα που χρησιμοποιεί ως «βάση» για τις νέες συστάσεις εξηγεί πως αυτό που ερευνά είναι αν υπάρχει διασφάλιση σχετικά με την αποτελεσματικότητα των συστημάτων όσον αφορά την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διόρθωση σοβαρών παρατυπιών (συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων απάτης) και στην πράξη αυτό δεν συμβαίνει.

Σημαντικό εύρημα είναι επίσης πως στην υποχρέωση για τη δημοσίευση των 100 τελικών αποδεκτών που έλαβαν τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, η Ελλάδα και πάλι αποκλίνει. Μάλιστα, πρόκειται για θέμα στο οποίο έχει στο παρελθόν αναφερθεί και ο ξένος Τύπος, προαναγγέλλοντας έρευνα που είναι σε εξέλιξη. Αναφέρεται, λοιπόν, από το Ελεγκτικό Συνέδριο πως καταγράφηκαν σημαντικές διαφορές στο είδος των δημοσιευμένων πληροφοριών: μόνο δύο κράτη (Γερμανία και Ιταλία) ανέφεραν τα ποσά που είχαν πράγματι εκταμιευτεί (π.χ., στο επίπεδο των αναδόχων ή υπεργολάβων). Αντιθέτως, η Ελλάδα και η Ισπανία κοινοποιούν λίστα με τα ποσά που έχουν εγγραφεί στον Προϋπολογισμό (συμβασιοποιήσεις).

Αδυναμίες βλέπει το ελεγκτικό όργανο και στους ελέγχους των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων. Βλέπει στην Ελλάδα παραβάσεις των κανόνων της Ε.Ε. στις συνόψεις ελέγχου του αρμόδιου φορέα. Εξηγεί επίσης πως λόγω του μοντέλου εκτέλεσης δαπανών του Ταμείου Ανάκαμψης ανά την Ε.Ε. «δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ποσοστό σφάλματος συγκρίσιμο» με άλλα κονδύλια της Ε.Ε. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι πληρωμές στο πλαίσιο του Ταμείου δεν συνδέονται με τα έξοδα που πραγματοποιούν οι τελικοί αποδέκτες…

Χαλαροί μηχανισμοί

Γενικά το Ταμείο Ανάκαμψης «εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από πλήθος αδυναμιών στον εντοπισμό της απάτης, στην αναφορά των σχετικών περιπτώσεων και στη διόρθωσή τους», σύμφωνα με τη νέα έκθεση. Επιπλέον, ενώ οι χώρες της Ε.Ε. οφείλουν να προβαίνουν σε ανάκτηση των ποσών που κάποιοι τελικοί αποδέκτες έχουν εισπράξει με δόλο, δεν είναι υποχρεωμένες να τα επιστρέφουν στον προϋπολογισμό της Ε.Ε. Συνεπώς, τα οικονομικά της Ε.Ε. δεν προστατεύονται στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Τα ελλιπή δεδομένα σχετικά με την απάτη στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης δεν βοηθούν την Επιτροπή να εστιάζει σωστά τη δική της δράση για την αντιμετώπιση του φαινομένου, όπως είναι τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνει, ούτε και να παρακολουθεί τι κάνουν οι χώρες της Ε.Ε. Με άλλα λόγια, η αναφορά στην Επιτροπή των περιπτώσεων εικαζόμενης απάτης εις βάρος των οικονομικών της Ε.Ε. δεν γίνεται βάσει συγκεκριμένων κανόνων. Ετσι, τα κράτη-μέλη εφαρμόζουν διαφορετικά κριτήρια προκειμένου να καθορίσουν σε τι συνίσταται αυτό το είδος απάτης και για τον λόγο αυτό δεν αναφέρουν όλες τις σχετικές περιπτώσεις με τον ίδιο τρόπο.

Επίσης, είναι ενδιαφέρον πως στο εν λόγω ταμείο τα κράτη δεν είναι υποχρεωμένα να επιστρέφουν στον προϋπολογισμό της Ε.Ε. τυχόν ποσά που ανακτούν από διάφορους απατεώνες. Η μοναδική εξαίρεση αφορά την περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή θεωρεί ότι τα ανακτώμενα ποσά δεν είναι αρκετά και αποφασίζει να προβεί η ίδια στην ανάκτηση. Εξηγούν πως στην περίπτωση απάτης που διαπράττεται στο πλαίσιο δημόσιας σύμβασης, τα κράτη-μέλη οφείλουν προσκομίσουν στην Επιτροπή αποδείξεις ότι έχουν προβεί σε ανάκτηση ποσών μόνον από τον τελικό αποδέκτη, ήτοι την αναθέτουσα Αρχή, αλλά όχι από άλλα μέρη, όπως από αναδόχους που μπορεί να έχουν διαδραματίσει καίριο ρόλο στην απάτη, κάτι που μπορεί να περιορίζει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα.

Κενό στη νομοθεσία της Ε.Ε. ανοίγει δρόμο απώλειας πόρων

Το πόρισμα αναδεικνύει ακόμα ένα παράδοξο στον έλεγχο των δισεκατομμυρίων κονδυλίων: ακόμα και όπου υπάρχει πλήρης έλεγχος και δυνατότητα ανάκτησης κονδυλίων λόγω ατασθαλιών, τούτο «μπορεί να είναι αδύνατον σε λίγο καιρό, όταν το Ταμείο θα τεθεί σε εκκαθάριση». Τότε, ακόμα και ο σημερινός μηχανισμός αναφοράς κρουσμάτων απάτης και των σχετικών με αυτές ανακτήσεων θα παύσει να εφαρμόζεται. Το Ελεγκτικό Συνέδριο δηλώνει ανήσυχο, γιατί «οι μεγαλύτερες επενδύσεις στις χώρες της Ε.Ε. προβλέπονται να γίνουν τους τελευταίους μήνες ισχύος του Ταμείου» κι έτσι «οι περισσότερες διορθώσεις για λόγους απάτης θα μπορούσαν να γίνουν μόνο μετά τη λήξη του μηχανισμού».

Εξηγεί πως ουσιαστικά οι περισσότερες ανακτήσεις από τελικούς αποδέκτες θα πραγματοποιηθούν μετά το 2026. Η Επιτροπή ενημέρωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο πως πρέπει να περιμένει την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης προτού ζητήσει από τα κράτη-μέλη να αποδείξουν ότι τα κονδύλια που υπήρξαν αντικείμενο απάτης ανακτήθηκαν επαρκώς. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της απαγγελίας κατηγορίας και της οριστικής δικαστικής απόφασης μπορεί να είναι σημαντικό (δύο με πέντε χρόνια από την έναρξη της έρευνας)…

Επίσης, για τις περισσότερες περιπτώσεις απάτης, τυχόν επιβεβαίωση με δικαστική απόφαση θα έλθει μόνο μετά τη λήξη του Ταμείου, μετά την οποία η Επιτροπή δεν θα λαμβάνει πλέον συστηματικές πληροφορίες από τα κράτη- μέλη σχετικά με την επιβολή των κατάλληλων ανακτήσεων. Επομένως, μπορεί να μην είναι σε θέση να παρακολουθεί αν τα κράτη-μέλη προβαίνουν σε επαρκείς ανακτήσεις.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 13/2/2026)

Advertisement 5




Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6
Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ