Στα άκρα οδηγείται η διαμάχη μεταξύ της Motor Oil Hellas και του ΔΕΣΦΑ, με αφορμή την προτεινόμενη απένταξη των έργων που συνδέονται με το FSRU «Διώρυγα Gas» από το Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2025-2034 του Διαχειριστή. Η θυγατρική του ομίλου, Διώρυγα Gas, κάνει λόγο για «ανεπίτρεπτη» ενέργεια και πρακτικές που, όπως υποστηρίζει, νοθεύουν τον ανταγωνισμό στην αγορά φυσικού αερίου, οδηγώντας σε αυξημένο κόστος για την ηλεκτροπαραγωγή και τους τελικούς καταναλωτές.
Η διαμάχη αφορά δύο κρίσιμα έργα υποδομής: τον μετρητικό και ρυθμιστικό σταθμό που θα συνέδεε το FSRU στους Αγίους Θεοδώρους με το Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, και τον διπλασιασμό του κλάδου υψηλής πίεσης Πάτημα – Λιβαδειά, έργο άμεσα συνδεδεμένο με την υλοποίηση της νέας πύλης εισόδου LNG.
Η θέση της Motor Oil: “Προσχηματική” η αιτιολογία
Στην επίσημη τοποθέτησή της στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για το δεκαετές, η Διώρυγα Gas χαρακτηρίζει “προσχηματική” την επίκληση συμβατικών λόγων από τον ΔΕΣΦΑ για τη λύση της σύμβασης και την απένταξη των έργων. Όπως υποστηρίζει, το έργο είναι ώριμο, έχει ολοκληρώσει επιτυχώς το market test και έχει αναδείξει επαρκή ζήτηση, στοιχείο που –κατά την εταιρεία– τεκμηριώνει τη σκοπιμότητα και αναγκαιότητα ένταξής του στο πρόγραμμα ανάπτυξης.
Η Motor Oil υπογραμμίζει ότι η απόφαση στερεί από τη Νότια Ελλάδα τη μοναδική ώριμη εναλλακτική πύλη εισόδου φυσικού αερίου, παγιώνοντας ένα de facto γεωγραφικό μονοπώλιο. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της, η συγκέντρωση των υποδομών υπό καθεστώς φυσικού μονοπωλίου και η αποτροπή εισόδου νέων, δυνητικά ανταγωνιστικών επενδύσεων δημιουργούν σαφή οικονομικά οφέλη για τον Διαχειριστή, εις βάρος του ανταγωνισμού.
Το επιχείρημα του κόστους και οι επιπτώσεις στην αγορά
Κομβικό σημείο της κριτικής αφορά το κόστος χρήσης των υφιστάμενων υποδομών LNG και τη μετακύλισή του στην ηλεκτροπαραγωγή. Όπως επισημαίνεται, η έντονη ζήτηση για χρονοθυρίδες στη Ρεβυθούσα έχει οδηγήσει σε διαπραγμάτευση slot σε υψηλές τιμές, με αποτέλεσμα το κόστος χρήσης να αυξηθεί από 1,2 ευρώ/MWh σε 4 ευρώ/MWh.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με τη Διώρυγα Gas, μεταφέρεται άμεσα στο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, επιβαρύνοντας τους τελικούς καταναλωτές και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Αντίθετα, η λειτουργία μιας δεύτερης ανταγωνιστικής υποδομής LNG στη Νότια Ελλάδα θα μπορούσε –όπως υποστηρίζει– να εκτονώσει τις πιέσεις, να ενισχύσει τον ανταγωνισμό και να μειώσει τις στρεβλώσεις στην αγορά.
Από την πλευρά του, ο ΔΕΣΦΑ τεκμηριώνει την απόφασή του επικαλούμενος μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων από τον φορέα υλοποίησης του έργου εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, γεγονός που οδήγησε στη λύση της σύμβασης και κατ’ επέκταση στην απένταξη από το πρόγραμμα ανάπτυξης. Δεδομένου ότι ο διπλασιασμός του κλάδου Πάτημα – Λιβαδειά συνδέεται άμεσα με τη σύνδεση του FSRU, η απένταξη του πρώτου συμπαρασύρει και το δεύτερο έργο.
Η στάση του Διαχειριστή αναδεικνύει και τη σημασία της τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων σε ένα περιβάλλον όπου ο σχεδιασμός του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου οφείλει να λαμβάνει υπόψη την ωριμότητα και τη δεσμευτικότητα των επενδύσεων.
Εθνική στρατηγική και Κάθετος Διάδρομος
Πέραν της εμπορικής διάστασης, η Διώρυγα Gas θέτει ζήτημα ευρύτερης εθνικής και ευρωπαϊκής στρατηγικής. Όπως υπογραμμίζει, η μη υλοποίηση του έργου αποδυναμώνει τη δυνατότητα της χώρας να λειτουργήσει ως αξιόπιστος κόμβος τροφοδοσίας για τις αγορές της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, σε μια περίοδο κατά την οποία προωθείται η πρωτοβουλία του Κάθετου Διαδρόμου.
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει στρατηγικά στην ενίσχυση του ρόλου της ως ενεργειακός κόμβος, με την ανάπτυξη νέων υποδομών LNG και διασυνδέσεων. Η αντιπαράθεση γύρω από τη Διώρυγα Gas αναδεικνύει το λεπτό ισοζύγιο μεταξύ ρυθμιστικής αυστηρότητας, επενδυτικής ασφάλειας και διασφάλισης υγιούς ανταγωνισμού.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν θα υπάρξει επαναξιολόγηση της απόφασης στο πλαίσιο της διαβούλευσης ή εάν η υπόθεση θα λάβει περαιτέρω θεσμικές ή και ρυθμιστικές διαστάσεις.






