Το νομοσχέδιο για τα κρυπτονομίσματα που έφερε στη Βουλή η κυβέρνηση δεν επιβάλλει μια νέα δήλωση των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων από τους επενδυτές προς την ΑΑΔΕ. Κυριότερα δεσμεύει τα ίδια τα ηλεκτρονικά ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων, με την υποχρέωση να συλλέγουν, να οργανώνουν και να υποβάλλουν τις απαραίτητες πληροφορίες για τους χρήστες και τις κινήσεις τους και στη συνέχεια αυτές οι πληροφορίες να ανταλλάσσονται αυτόματα μεταξύ φορολογικών διοικήσεων μέσω διασταυρώσεων. Ομως, επειδή οι πάροχοι πρέπει να αποδείξουν ότι εφήρμοσαν τη σωστή δέουσα επιμέλεια, ο επενδυτής θα αντιμετωπίσει στην πράξη περισσότερα αιτήματα για συγκέντρωση στοιχείων, αυστηρότερες διαδικασίες ταυτοποίησης και μικρότερη ανοχή σε ελλιπή δεδομένα.
Στις αναφορές που μπορούν να φτάνουν στην ΑΑΔΕ το πλαίσιο προβλέπει στοιχεία όπως ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, ΑΦΜ, φορολογική κατοικία και για φυσικά πρόσωπα ημερομηνία και τόπο γέννησης, αλλά και συγκεντρωτικά ποσά και αριθμό συναλλαγών ανά κρυπτοστοιχείο. Γι’ αυτό τα λάθη στα στοιχεία «κοστίζουν» και απαιτούν προσοχή από τους επενδυτές.
ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ
– Το πρώτο πρακτικό βήμα είναι η φορολογική κατοικία και η αυτοπιστοποίηση. Για να προσδιορίσει αν ένας χρήστης είναι δηλωτέος, ο πάροχος πρέπει να λάβει αυτοπιστοποίηση που του επιτρέπει να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες του χρήστη και να ελέγξει ότι είναι εύλογη με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει. Για όσους είχαν ήδη λογαριασμό πριν από την έναρξη των κανόνων, προβλέπεται χρονικό περιθώριο δώδεκα μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος για να ολοκληρωθεί αυτή η συλλογή. Στην πράξη, αν μια πλατφόρμα ζητήσει από τους χρήστες της επιβεβαίωση κατοικίας ή νέα αυτοπιστοποίηση, το αίτημα δεν είναι τυπικό, καθώς είναι μέσα στις νέες υποχρεώσεις του να παράσχει όλα τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία.
– Δεύτερο βήμα για τον επενδυτή είναι η συμμόρφωση με τα αιτήματα των πλατφορμών για τεκμηρίωση όταν κάποιο στοιχείο δεν ταιριάζει. Το πλαίσιο προβλέπει ότι όταν υπάρξει μεταβολή περιστάσεων που κάνει την αρχική αυτοπιστοποίηση εσφαλμένη ή αναξιόπιστη, ο πάροχος δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή και πρέπει να λάβει νέα έγκυρη αυτοπιστοποίηση ή εύλογη εξήγηση και, κατά περίπτωση, τεκμηρίωση. Για τον επενδυτή αυτό μεταφράζεται σε πρακτική υποχρέωση να ενημερώνει έγκαιρα για αλλαγές, όπως μετακόμιση σε άλλη χώρα, και να διατηρεί διαθέσιμα έγγραφα που του ζητούνται.
– Τρίτο βήμα είναι η οργάνωση των αρχείων, γιατί η εικόνα χτίζεται εκ των υστέρων. Οι πληροφορίες υποβάλλονται σε ετήσια βάση, μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους. Αυτό σημαίνει ότι η δραστηριότητα του 2026 θα συγκεντρωθεί σε αναφορές μέσα στο 2027 και μπορεί να αξιοποιηθεί αργότερα σε διασταυρώσεις. Ο επενδυτής χρειάζεται να κρατά έναν δικό του φάκελο κινήσεων, όχι επειδή το ζητά ρητά ο νόμος από τον ίδιο, αλλά γιατί θα είναι το πρώτο εργαλείο για να εξηγήσει τυχόν αποκλίσεις, εφόσον αυτές παρατηρηθούν. Ενα λεπτομερές και έγκυρο αρχείο απαιτεί την αποθήκευση statements από παρόχους, ιστορικό καταθέσεων και αναλήψεων, αγορές και πωλήσεις ανά ημερομηνία, ανταλλαγές μεταξύ κρυπτοστοιχείων, προμήθειες και μεταφορές από και προς πορτοφόλια.
– Τέταρτο βήμα είναι η συνέπεια στα στοιχεία που δίνει ο χρήστης σε διαφορετικούς παρόχους. Σε περιβάλλον αυτόματης ανταλλαγής, διαφορές σε φορολογική κατοικία, στοιχεία ταυτότητας ή βασικά δεδομένα λογαριασμού μπορεί να παράγουν ασυμφωνίες, με το νομικό πλαίσιο να ορίζει πως τα στοιχεία οφείλουν να είναι ίδια και σωστά σε κάθε πλατφόρμα με άμεση ενημέρωση όλων, όταν αλλάζει κάτι.
– Πέμπτο βήμα είναι η προετοιμασία για ερωτήσεις προέλευσης κεφαλαίων. Η δέουσα επιμέλεια συνδέεται με πληροφορίες που συλλέγονται στο πλαίσιο υποχρεώσεων κατά της νομιμοποίησης εσόδων, άρα οι πλατφόρμες έχουν κάθε λόγο να είναι αυστηρές για να μη βρεθούν υπόλογες για κατηγορίες που αφορούν ξέπλυμα χρήματος. Μεγάλες εισροές ή συχνές κινήσεις μπορεί να συνοδευτούν από αιτήματα για εξηγήσεις ή έγγραφα, τα οποία είναι καλό να μπορούν να στηριχθούν από τραπεζικά παραστατικά, αποδείξεις μεταφοράς και, όπου υπάρχει, τεκμηρίωση εισοδήματος ή αποταμιεύσεων.
– Εκτο βήμα είναι να ξεκαθαριστεί τι κάνει και τι δεν κάνει ο νόμος. Το συγκεκριμένο νομοθέτημα αφορά κυρίως την ανταλλαγή πληροφοριών, όχι τον καθορισμό συντελεστών φορολόγησης για τα κέρδη από κρυπτονομίσματα. Αυτό, ωστόσο, δεν μειώνει τη σημασία του για τον επενδυτή, καθώς όσο αυξάνεται η ορατότητα της δραστηριότητας μέσω των αναλυτικών reports από τους παρόχους τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για συνέπεια στις δηλώσεις αποτελεσμάτων και για δυνατότητα εξήγησης της εικόνας που θα προκύπτει από τις διασταυρώσεις.
– Εβδομο βήμα για τον χρήστη είναι να περιμένει μεγαλύτερη τυποποίηση από τις πλατφόρμες. Οι πάροχοι υποχρεούνται να θεσπίζουν ολοκληρωμένα και αποτελεσματικά εσωτερικά συστήματα συμμόρφωσης. Συνήθως αυτό σημαίνει περισσότερα βήματα ταυτοποίησης, περισσότερες επιβεβαιώσεις και περιορισμούς λειτουργίας όταν λείπουν κρίσιμα στοιχεία ή όταν δεν επικαιροποιείται έγκαιρα η αυτοπιστοποίηση.
Τέλος, χρήσιμο στο νέο περιβάλλον θα είναι ένα ετήσιο «κλείσιμο» στο τέλος κάθε χρονιάς, για το «νοικοκύρεμα» της εικόνας των πληροφοριών του χρήστη, η οποία και θα κατατεθεί εκ των υστέρων, με περιορισμό του ρίσκου να γίνουν λάθη, παραλείψεις και αστοχίες σε περίπτωση που έπειτα από έλεγχο απαιτηθούν περαιτέρω αποδείξεις.
Κ.Α.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026)






