ΙΝΣΕΤΕ: Μικρότερης διάρκειας ταξίδια, αλλά με υψηλότερη ημερήσια δαπάνη οι ξένοι τουρίστες στην Ελλάδα

H μελέτη αποκαλύπτει ότι από το 2015 έως το 2024, η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση (ΜΔΔ) στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 20,6%

Νέες τάσεις διαμορφώνονται στην τουριστική αγορά της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, με μεταβολές τόσο στη διάρκεια των ταξιδιών όσο και στη δαπάνη των ξένων επισκεπτών. Σύμφωνα με τη νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ με τίτλο «Η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη των εισερχόμενων τουριστών στην Ελλάδα, 2015-2024», οι διεθνείς ταξιδιώτες τείνουν πλέον να πραγματοποιούν συντομότερες διαμονές, δαπανώντας όμως περισσότερα χρήματα σε ημερήσια βάση.

Αύξηση της ημερήσιας δαπάνης και μείωση της διάρκειας παραμονής
Αναλυτικά, η μελέτη αποκαλύπτει ότι από το 2015 έως το 2024, η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση (ΜΔΔ) στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 20,6%, φτάνοντας τα 89,1 ευρώ το 2024, από 73,9 ευρώ το 2015. Αντίθετα, η Μέση Κατά Κεφαλή Δαπάνη (ΜΚΔ) για τους ξένους επισκέπτες παρουσίασε μικρή μείωση της τάξεως του 1,2%, από 579,6 ευρώ το 2015 σε 572,8 ευρώ το 2024. Αυτή η μείωση οφείλεται στη μείωση της Μέσης Διάρκειας Παραμονής (ΜΔΠ), η οποία μειώθηκε από 7,8 διανυκτερεύσεις το 2015 σε 6,4 το 2024.

Η μελέτη επισημαίνει ότι η δαπάνη αυτή αναφέρεται μόνο στο ποσό που ξοδεύει ο τουρίστας στην Ελλάδα και δεν περιλαμβάνει τα έξοδα για τη μετάβαση ή προμήθειες ενδιάμεσων επιχειρήσεων. Επομένως, δεν αποτυπώνει το συνολικό κόστος του ταξιδιού.

Αλλαγές στη δομή του τουριστικού προορισμού

Η εξέλιξη αυτή, που παρατηρείται από το 2015 και μετά, είναι ενδεικτική των νέων προτιμήσεων των τουριστών. Η μικρότερη διάρκεια των ταξιδιών φαίνεται να σχετίζεται με την άνοδο του “city break” τουρισμού, τύπου σύντομων διακοπών σε μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε κορυφαίο προορισμό για τέτοιες εκδρομές. Επιπλέον, η αυξημένη ημερήσια δαπάνη μπορεί να οφείλεται σε αυξημένο κόστος διαμονής και μετακίνησης, αλλά και στις επιδράσεις του πληθωρισμού και των οικονομικών πιέσεων στους τουρίστες.

Στρατηγικές μετά την πανδημία και αλλαγές στην αγορά
Η πανδημία COVID-19 είχε σημαντική επίδραση στην τουριστική αγορά, με την Ελλάδα να καταγράφει ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα κατά την οξεία φάση της κρίσης, με αύξηση της Μέσης Διάρκειας Παραμονής (ΜΔΠ) από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019 σε 8,9 το 2021. Ωστόσο, η επιστροφή στην κανονικότητα από το 2022 και έπειτα, συνοδευόμενη από την άνοδο του πληθωρισμού, οδήγησε σε νέα μείωση της διάρκειας παραμονής. Η ΜΔΠ το 2024 αναμένεται να φτάσει το χαμηλότερο επίπεδο από το 2005, ενώ η ΜΔΔ θα φτάσει τα 89,1 ευρώ.

Ενδεικτικά, η μείωση της ΜΚΔ από το 2022 και έπειτα σχετίζεται και με την αύξηση του μεριδίου των βαλκανικών και ανατολικοευρωπαϊκών αγορών, που έχουν χαμηλότερη δαπάνη. Παράλληλα, παρατηρείται αύξηση των ταξιδιών “city break”, με μικρότερη διάρκεια και μικρότερη δαπάνη ανά επισκέπτη.

Σύγκριση με την Ισπανία
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ δεν περιορίζεται μόνο στην ανάλυση των ελληνικών δεδομένων, αλλά προχωρά και σε συγκριτική μελέτη με την Ισπανία, έναν από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές μας στον τομέα του τουρισμού. Από τα στοιχεία που προκύπτουν, φαίνεται ότι η μέση κατά κεφαλή δαπάνη στην Ισπανία είναι διαχρονικά υπερδιπλάσια από την αντίστοιχη στην Ελλάδα, κυρίως λόγω διαφορετικών μεθόδων μέτρησης. Η Ισπανία καταγράφει τη συνολική δαπάνη των τουριστών, ενώ στην Ελλάδα η μέτρηση αφορά μόνο τη δαπάνη που παραμένει στη χώρα.

Το 2024, με τα προσαρμοσμένα στοιχεία, διαφαίνεται μια αύξηση της διαφοράς μεταξύ των δύο χωρών, με την Προσαρμοσμένη ΜΚΔ στην Ισπανία να φτάνει τα 738 ευρώ, έναντι 624 ευρώ στην Ελλάδα. Η Ισπανία συνεχώς κερδίζει έδαφος στις αγορές της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας, οι οποίες παρουσιάζουν σημαντικά υψηλότερη δαπάνη ανά επισκέπτη.

Προοπτικές και στρατηγικές για το μέλλον
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, δήλωσε ότι η Ελλάδα πρέπει να εστιάσει σε στρατηγικές που θα ενισχύσουν τη μέση κατά κεφαλή δαπάνη μέσω τουριστικών εμπειριών υψηλής ποιότητας, αλλά και στην περαιτέρω ανάπτυξη των long haul αγορών, όπως οι ΗΠΑ και η Ινδία. Η ενίσχυση των αεροπορικών συνδέσεων με αυτές τις αγορές αποτελεί καθοριστικό βήμα για την επίτευξη αυτού του στόχου, ενώ η στρατηγική αυτή μπορεί να συμβάλλει στη μακροχρόνια ευημερία των τοπικών κοινωνιών.

Ο τουρισμός, για άλλη μια φορά, αποδεικνύει την ικανότητά του να προσαρμόζεται στις σύγχρονες τάσεις και προκλήσεις, καθιστώντας τη στρατηγική ανάπτυξής του ακόμα πιο καθοριστική για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.

Advertisement 5



Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ