Η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να κινείται σε καθεστώς αβεβαιότητας ως προς το ενεργειακό της κόστος, αναμένοντας συγκεκριμένες κυβερνητικές αποφάσεις για τη μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Παρά τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, οι επιχειρήσεις του ενεργοβόρου τομέα συνεχίζουν να πληρώνουν ρεύμα έως και 20% ακριβότερο σε σύγκριση με ανταγωνιστές τους σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου εφαρμόζονται εδώ και χρόνια στοχευμένα σχήματα στήριξης.
Τέσσερις μήνες μετά τη δημόσια δέσμευση του πρωθυπουργού στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ για άμεσες παρεμβάσεις, δεν έχει υπάρξει επίσημη ενημέρωση προς τη βιομηχανία για την τύχη των προτάσεων που έχουν κατατεθεί. Σύμφωνα με πληροφορίες, βρίσκεται σε εξέλιξη διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ η ΕΒΙΚΕΝ επισημαίνει ότι η αντιστάθμιση του κόστους CO₂ αποτελεί ήδη θεσμοθετημένο μέτρο και δεν μπορεί να εμφανίζεται ως νέα λύση.
ΜΟΝΤΕΛΟ
Η πιο πρόσφατη εξέλιξη αφορά την εγκατάλειψη της ελληνικής εκδοχής του λεγόμενου «ιταλικού μοντέλου», ύψους περίπου 150 εκατ. ευρώ ετησίως για τρία χρόνια. Το σχήμα αυτό θεωρούνταν βασικό εργαλείο για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, ωστόσο οι επιφυλάξεις των Βρυξελλών το έθεσαν εκτός σχεδιασμού. Πηγές του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας αναφέρουν ότι η μονομερής εφαρμογή του, χωρίς κοινοποίηση, θα οδηγούσε σε προσφυγή κατά της Ελλάδας.
Το μήνυμα αυτό επανέλαβε και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση επιδιώκει λύση εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, έστω και με καθυστερήσεις.
ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ
Ως εναλλακτική, επανέρχεται στο προσκήνιο η αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους εκπομπών CO₂, ένα μέτρο που ήδη εφαρμόζεται. Για το 2025, οι πόροι για την ελληνική βιομηχανία εκτιμώνταν σε περίπου 250 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, οι νέες κατευθυντήριες γραμμές της Κομισιόν, σε συνδυασμό με τη μείωση του εθνικού συντελεστή εκπομπών λόγω απολιγνιτοποίησης, οδήγησαν σε πτώση του συντελεστή κατά 25%. Αυτό μεταφράζεται σε απώλεια περίπου 17 εκατ. ευρώ ετησίως για την περίοδο 2026-2030.
ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ
Μετά το «στοπ» στο ιταλικό μοντέλο, το επίκεντρο των συζητήσεων μεταφέρεται στο πώς θα περιοριστούν αυτές οι απώλειες. Το ΥΠΕΝ επιχειρεί να πείσει τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν να λάβει υπόψη περιφερειακούς συντελεστές, όπως της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, που είναι υψηλότεροι από τον ελληνικό. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να αυξήσει το ύψος της αντιστάθμισης.
ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Η Κομισιόν, πάντως, απορρίπτει τη σώρευση δύο εργαλείων κρατικής ενίσχυσης για το ίδιο επιλέξιμο κόστος. Αυτό σημαίνει ότι μια ενδεχόμενη έκπτωση στο ρεύμα μέσω νέου πλαισίου (CISAF) δεν μπορεί να συνδυαστεί με την αντιστάθμιση. Η βιομηχανία διαφωνεί, υποστηρίζοντας ότι το ιταλικό μοντέλο λειτουργεί ως ενεργειακό «δάνειο» και όχι ως επιδότηση.
ΚΥΚΛΟΣ
Η ελληνική πλευρά δηλώνει ότι βασική της προτεραιότητα είναι να μη χαθούν τα έσοδα από την αντιστάθμιση, που το 2023 έφτασαν τα 287 εκατ. ευρώ, υψηλότερα από πολλές χώρες της ΕΕ. Στο μεταξύ, η υπόθεση του βιομηχανικού ρεύματος παραμένει σε έναν κύκλο διαπραγματεύσεων, με τη βιομηχανία να αναζητά ουσιαστική στήριξη και την κυβέρνηση να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε κοινοτικούς κανόνες και εθνικές ανάγκες.






