
Η θυρεοειδεκτομή, δηλαδή η χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς αδένα, αποτελεί μία συχνά εφαρμοζόμενη επέμβαση που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι πολύ καλά ανεκτή από τον ασθενή. Η ανάρρωση είναι συνήθως ταχεία, με σύντομη νοσηλεία και πρακτικά άμεση επάνοδο στην καθημερινότητα.
Οι συχνότερες απορίες αφορούν τις πρώτες ημέρες μετά την επέμβαση, τη φαρμακευτική αγωγή και την προσαρμογή στην καθημερινή ζωή, θέματα που αναλύονται παρακάτω από τον κ. Γεώργιο Σακοράφα, Χειρουργό Θυρεοειδούς & Παραθυρεοειδών, με στόχο την έγκυρη ενημέρωση και την καθησύχαση των ασθενών.
Τι μπορεί να περιμένει ο ασθενής τις πρώτες μέρες μετά τη θυρεοειδεκτομή;
Παρότι η επέμβαση είναι γενικά πολύ καλά ανεκτή, τις πρώτες ημέρες μετά τη θυρεοειδεκτομή μπορεί να εμφανιστούν ορισμένες παροδικές ενοχλήσεις. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:
Αλλαγή στην φωνή: Μπορεί να παρατηρηθεί σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών μετεγχειρητικά (3 – 5%) και σταδιακά υποχωρεί αυτόματα. Συνηθέστατα πρόκειται για μία αλλαγή στην χροιά της φωνής την οποία αισθάνεται μόνο ο ομιλών και όχι οι γύρω του, ή για βραχνάδα ή σπανιότερα για εξασθένιση της έντασης της φωνής. Η μόνιμη βλάβη της φωνής είναι εξαιρετικά σπάνια (0.5 – 0.8 %).
Μουδιάσματα γύρω στο στόμα και στις άκρες των δακτύλων: Είναι ένα σύμπτωμα που μπορεί να εμφανιστεί σε ένα επίσης μικρό ποσοστό ασθενών και οφείλεται στην πτώση του ασβεστίου στο αίμα μετεγχειρητικά λόγω προσωρινής διαταραχής της λειτουργίας των παραθυρεοειδών. Και το σύμπτωμα αυτό, αν εμφανιστεί, υποχωρεί σταδιακά μέσα σε λίγες ημέρες.
Είναι δυνατόν να εμφανιστούν ακόμα άλλα συμπτώματα όπως δυσκολία στην κατάποση, μικρό οίδημα στην περιοχή της τομής καθώς και ενόχληση στον αυχένα λόγω υπερέκτασης της κεφαλής κατά τη διάρκεια της επέμβασης.
Πώς ελέγχεται η λειτουργία του θυρεοειδούς το πρώτο διάστημα και πώς παρακολουθείται μακροπρόθεσμα;
Τις πρώτες ημέρες μετά την επέμβαση και μέχρι να είναι έτοιμη η ιστολογική εξέταση χορηγείται εμπειρική θεραπεία (με τριιωδοθυρονίνη, Τ3) χωρίς να γίνει κάποιος έλεγχος της θυρεοειδικής λειτουργίας. Όταν είναι έτοιμη η ιστολογική εξέταση αναλαμβάνει πλέον την ρύθμιση και την παρακολούθηση του ασθενούς ο ενδοκρινολόγος του. Στη φάση αυτή γίνεται μέτρηση των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα – που επαναλαμβάνεται περιοδικά ανά διαστήματα – έτσι ώστε να βρεθεί η κατάλληλη δόση της λεβοθυροξίνης (Τ4) που θα χορηγηθεί στον ασθενή (εξατομίκευση θεραπείας).
Σε περίπτωση καρκίνου χορηγούνται σχετικά υψηλότερες δόσεις λεβοθυροξίνης ώστε τα επίπεδα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης στο αίμα (TSH) να είναι χαμηλά. Πρόκειται για την λεγόμενη θεραπεία καταστολής που είναι μέρος της αντιμετώπισης του καρκίνου θυρεοειδούς μετεγχειρητικά. Σε περίπτωση καλοήθους νόσου χορηγείται λεβοθυροξίνη σε δόση τέτοια ώστε τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα να είναι μέσα στα φυσιολογικά όρια (θεραπεία υποκατάστασης). Μετεγχειρητικά γίνεται επίσης μέτρηση παραθορμόνης και ασβεστίου στο αίμα, τόσο άμεσα μετεγχειρητικά όσο και στα πλαίσια της παρακολούθησης του ασθενούς από τον ενδοκρινολόγο του (έλεγχος λειτουργίας παραθυρεοειδών).
Θα πρέπει ο ασθενής να λαμβάνει κάποια θεραπευτική αγωγή;
Όπως είπαμε προηγουμένως, μετά την αφαίρεση του θυρεοειδούς ο ασθενής θα πρέπει να λαμβάνει από το στόμα την ορμόνη που παράγει ο θυρεοειδής (θυροξίνη) σε δόση που προσαρμόζεται ανάλογα στον κάθε ασθενή (εξατομίκευση της δόσης).
Επίσης στην άμεση μετεγχειρητική περίοδο συχνά χορηγείται προληπτικά για λίγες ημέρες ασβέστιο και βιταμίνη D ώστε να ομαλοποιηθούν τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα στο αρχικό αυτό διάστημα και μέχρι να επανέλθει η λειτουργία των παραθυρεοειδών. Συνιστάται επίσης χρήση κάποιας αναπλαστικής κρέμας για το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την ειδική τεχνική σύγκλεισης της τομής με πλαστική ενδοδερμική ραφή με λεπτό απορροφήσιμο ράμμα.
Μπορεί να εμφανιστούν αλλαγές στην ενέργεια και τη διάθεση, και πώς αξιολογούνται;
Στη συντριπτική πλειονότητα των ασθενών δεν παρατηρούνται μετεγχειρητικά αλλαγές στην ενέργεια και στην διάθεση και ο ασθενής επανέρχεται στην καθημερινότητά του άμεσα και χωρίς πρόβλημα. Σε κάποιες όμως περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν τέτοιες αλλαγές, όπως για παράδειγμα:
Σε ασθενής στους οποίους η χορηγούμενη αγωγή (θεραπεία καταστολής ή υποκατάστασης) προκαλεί είτε υποθυρεοειδισμό είτε υπερθυρεοειδισμό: Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης, ώστε να βρεθεί η κατάλληλη για τον συγκεκριμένο ασθενή.
Σε ασθενείς στους οποίους εμφανίζεται υποασβεστιαιμία: Σε αυτή την περίπτωση το πρόβλημα λύνεται με την σωστή αντιμετώπιση της υποασβεστιαιμίας (χορήγηση ασβεστίου και βιταμίνης D από το στόμα).
Σε ασθενείς με ψυχολογική επιβάρυνση λόγω της διάγνωσης καρκίνου θυρεοειδούς, ιδιαίτερα με μεταστάσεις: Η αιτία της αλλαγής της ενέργειας και της διάθεσης στην περίπτωση αυτή έχει ψυχολογική συνιστώσα και για το λόγο αυτό έχει σημασία η ενθάρρυνση του ασθενούς από τον θεράποντα γιατρό, τονίζοντας την καλή βιολογική συμπεριφορά του καρκίνου θυρεοειδούς.
Ποιες καθημερινές συνήθειες επηρεάζουν την υγεία του θυρεοειδούς μετά την επέμβαση;
Συμμόρφωση του ασθενούς με τις οδηγίες του γιατρού: Θα πρέπει να γίνεται συστηματική λήψη θυρεοειδικής ορμόνης (συνήθως λεβοθυροξίνη) σε ασθενείς με ολική ή εκτεταμένη θυρεοειδεκτομή, καθώς η διακοπή ή ακανόνιστη λήψη οδηγεί σε υποθυρεοειδισμό και επιπλοκές. Η δοσολογία εξατομικεύεται όπως αναφέρθηκε παραπάνω
Τακτική παρακολούθηση των επιπέδων των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα για έγκαιρη ανίχνευση τυχόν υποθυρεοειδισμού ή ιατρογενούς υπερθυρεοειδισμού: Η παρακολούθηση γίνεται ανά 3-6 μήνες τον πρώτο χρόνο και στη συνέχεια ετησίως.
Διατροφή: Η ισορροπημένη διατροφή, με περιορισμό της πρόσληψης γλυκών και αναψυκτικών με ζάχαρη, συμβάλλει στη διατήρηση του σωματικού βάρους, για να αποφευχθεί η παχυσαρκία.
Σωματική δραστηριότητα: Η τακτική άσκηση βοηθά στη ρύθμιση του μεταβολισμού και στη διατήρηση της μυϊκής μάζας, ειδικά σε ασθενείς με τάση για αύξηση βάρους μετά την επέμβαση.
Προσοχή σε φάρμακα που μπορεί να επηρεάσουν την δράση της θυροξίνης μέσω της απορρόφησής της και του μεταβολισμού της: Αν λαμβάνετε και άλλα φάρμακα θα πρέπει να συμβουλευθείτε τον γιατρό σας για πιθανές αλληλεπιδράσεις.
Ποιος είναι ο ρόλος του γιατρού κατά το διάστημα μετά τη θυρεοειδεκτομή;
Ο χειρουργός θυρεοειδούς θα δώσει τις οδηγίες για την αρχική μετεγχειρητική αγωγή και παρακολούθηση και θα είναι σε επαφή με τον ασθενή για κάθε ερώτημα που μπορεί να προκύψει. Ο ενδοκρινολόγος του ασθενούς είναι εκείνος που θα καθορίσει την περαιτέρω αγωγή και την παρακολούθηση του ασθενούς από την στιγμή που θα είναι έτοιμη η ιστολογική εξέταση (βιοψία).
Σε καλοήθεις παθήσεις του θυρεοειδούς γίνεται έλεγχος περιοδικά για την σωστή ρύθμιση της αγωγής (δόση λεβοθυροξίνης σαν θεραπεία υποκατάστασης). Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει μετρήσεις των θυρεοειδικών ορμονών και της TSH στο αίμα.
Στους ασθενείς με καρκίνο -πέραν της σωστής ρύθμισης της θεραπείας καταστολής – ο περιοδικός έλεγχος περιλαμβάνει και εξετάσεις για την ανίχνευση τυχόν υποτροπής («επανεμφάνισης») του καρκίνου. Ο έλεγχος αυτός γίνεται κυρίως με τη βοήθεια του υπερηχογραφήματος και της μέτρησης της θυρεοσφαιρίνης στο αίμα (σπανιότερα μπορεί να χρειαστεί να γίνει για την ανίχνευση υποτροπής αξονική ή μαγνητική τομογραφία ή ποζιτρονική τομογραφία [PET-CT scan]).
Ευχαριστούμε θερμά τον γιατρό κο Γεώργιο Σακοράφα για τον χρόνο του και τις πολύτιμες πληροφορίες.
Για περισσότερες πληροφορίες και εξατομικευμένη ιατρική καθοδήγηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στον Χειρουργό Ενδοκρινών Αδένων (Θυρεοειδούς – Παραθυρεοειδών) κ. Γιώργο Σακοράφα, MD, PhD, στα τηλέφωνα 210 7487318 και 697 706 8223.
Ο κος Σακοράφας είναι Επ. Καθηγητής Χειρουργικής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε επί 5.5 έτη στην 4η Χειρουργική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών (νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟ) και στη συνέχεια υπηρέτησε επί 5ετία ως Συντονιστής Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής στο Αντικαρκινικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών «ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ».






