Ε.Ε. – MERCOSUR: Διπλό ταμπλό κέρδους και ρίσκου από τη συμφωνία

Το ιστορικό deal μεταξύ Ευρώπης και Λατινικής Αμερικής δεν αφήνει ανεπηρέαστες εταιρίες και παραγωγούς

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο το αν, αλλά το πότε θα αρχίσουν να ισχύουν οι νέες ρυθμίσεις εισαγωγών

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Σε νέο στάδιο πέρασε η συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και Mercosur στις 9/1/2026, όταν το συμβούλιο της Ε.Ε. ενέκρινε τις σχετικές αποφάσεις που επιτρέπουν την υπογραφή τόσο της Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης (EU – Mercosur Partnership Agreement) όσο και μιας ξεχωριστής Ενδιάμεσης Συμφωνίας Εμπορίου (interim Trade Agreement). Η ενδιάμεση συμφωνία μεταξύ των δύο επικρατειών αφορά μόνο τα εμπορικά κεφάλαια και μπορεί να εφαρμοστεί ταχύτερα σε επίπεδο Ε.Ε., ενώ η πλήρης συμφωνία περιλαμβάνει και πολιτικό, αλλά και συνεργασιακό πυλώνα.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις και τον αγροτικό κόσμο (ο οποίος δεν έχει δει με «καλό μάτι» τη συγκεκριμένη συμφωνία) το πρακτικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα κυρωθεί το συνολικό πακέτο, αλλά και πότε θα αρχίσουν να τρέχουν μια σειρά από κανόνες οι οποίοι αφορούν δασμούς, τελωνειακή λειτουργία, προέλευση των προϊόντων, αλλά και τα λεγόμενα SPS (υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά πρότυπα).

ΠΟΙΑ ΚΡΑΤΗ ΑΦΟΡΑ

Η Mercosur (Mercado Común del Sur) είναι περιφερειακή οικονομική ένωση στη Νότια Αμερική, που ιδρύθηκε το 1991. Η συμφωνία με την Ε.Ε. καλύπτει τους τέσσερις βασικούς εταίρους, Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη. Η Βενεζουέλα βρίσκεται σε καθεστώς χώρας με αναστολή συμμετοχής, ενώ η Βολιβία αποτελεί το νεότερο πλήρες μέλος της.

Σε ό,τι αφορά την Ε.Ε., η Mercosur αποτελεί μια αγορά περίπου 270 εκατ. κατοίκων και μια οικονομία περίπου 2,7 τρισ. ευρώ, με επενδυτικό απόθεμα της Ε.Ε. στην περιοχή περίπου 388 δισ. ευρώ, σε στοιχεία 2023. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ε.Ε. και Mercosur άνοιξαν το 1999, το πολιτικό και συνεργασιακό σκέλος ολοκληρώθηκε το 2020 και στις 6/12/2024 υπήρξε πολιτική συμφωνία για το αναβαθμισμένο πακέτο συνεργασίας. Στις 3/9/2025 η Κομισιόν κατέθεσε τις προτάσεις της για αποφάσεις σύναψης συμφωνίας, προτού έρθει το θέμα στο συμβούλιο στις 9/1/2026.

Ωστόσο, η πορεία κύρωσης της πλήρους συμφωνίας προδιαγράφεται πιο σύνθετη, καθώς έχουν καταγραφεί αντιδράσεις ή επιφυλάξεις από κράτη-μέλη με έμφαση στο αγροτικό σκέλος.

ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ

Η Κομισιόν έχει δημοσιοποιήσει τη δομή της iTA ως ενιαίο έγγραφο που καλύπτει το εμπόριο αγαθών, τους κανόνες καταγωγής, την τελωνειακή συνεργασία και τη διευκόλυνση του διμερούς εμπορίου, τα τεχνικά εμπόδια, τα SPS, τις ρήτρες διασφάλισης, τις υπηρεσίες και την εγκατάσταση, τις πληρωμές και την κίνηση κεφαλαίων, τις δημόσιες συμβάσεις, τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και ειδικό κεφάλαιο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Στα κεφάλαια του εν λόγω εγγράφου βρίσκεται το ενδιαφέρον και για τις ευρωπαϊκές εταιρίες, καθώς λειτουργούν σαν οδηγός συμμόρφωσης, καθορίζοντας αν ένα προϊόν δικαιούται προτιμησιακή δασμολόγηση, τι αποδεικτικά καταγωγής απαιτούνται, ποια διαδικασία ισχύει στο τελωνείο και τι «χαρτιά» χρειάζεται ο εισαγωγέας και διανομέας στη χώρα προορισμού.

ΤΟ ΔΙΜΕΡΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ

Το συμβούλιο της Ε.Ε. αναφέρει ότι το 2024 το εμπόριο αγαθών Ε.Ε. – Mercosur ήταν πάνω από 111 δισ. ευρώ (55,2 δισ. εξαγωγές της Ε.Ε. και 56 δισ. εισαγωγές), ενώ για το 2023 το εμπόριο υπηρεσιών ήταν πάνω από 42 δισ. ευρώ. Σε γενικές γραμμές, η Ε.Ε. εξάγει κυρίως βιομηχανικά και τεχνολογικά προϊόντα και εισάγει κυρίως γεωργικά προϊόντα και πρώτες ύλες.
Για την Ελλάδα, η συμφωνία γεννά ευκαιρίες, αλλά ταυτόχρονα και περισσότερο ανταγωνισμό. Ευκαιρίες για τρόφιμα και ποτά υψηλής αξίας και για υπηρεσίες όπου η χώρα έχει ήδη δραστηριότητα και ανταγωνισμό σε ευαίσθητες κατηγορίες αγροδιατροφής, μέσω εισαγωγών φθηνότερων προϊόντων.

Πέρα από τα τρόφιμα, η Κομισιόν προβάλλει τη συμφωνία και ως εργαλείο οικονομικής ασφάλειας, με έμφαση στην πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Ας σημειωθεί πως οι χώρες της Mercosur είναι σημαντικοί παραγωγοί τέτοιων υλών και ότι η συμφωνία μπορεί να στηρίξει πιο ασφαλείς και βιώσιμες αλυσίδες εφοδιασμού στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής για τις κρίσιμες πρώτες ύλες.

Για την Ελλάδα, το όφελος είναι κυρίως έμμεσο, μέσω ευρωπαϊκών βιομηχανιών που προμηθεύονται αυτά τα υλικά ή χρησιμοποιούν προϊόντα που τα ενσωματώνουν (π.χ., εξοπλισμός ΑΠΕ, μπαταρίες, ηλεκτροκίνηση), επηρεάζοντας το κόστος και την προβλεψιμότητα σε κλάδους όπου ελληνικές εταιρίες λειτουργούν ως προμηθευτές ή υπεργολάβοι.

Το ειδικό αποτύπωμα για τις ελληνικές επιχειρήσεις

Σύμφωνα με ελληνικές εκτιμήσεις για τη διμερή σχέση Ελλάδας – Mercosur σε αγαθά και υπηρεσίες αναφέρονται συνολικές συναλλαγές 2,6 δισ. ευρώ, με εξαγωγές 1,2 δισ. ευρώ και εισαγωγές 396 εκατ. ευρώ. Αναφέρεται, επίσης, ότι περίπου 335 ελληνικές επιχειρήσεις εξάγουν προς τη Mercosur, με το 79% να είναι μικρομεσαίες, και ότι υποστηρίζονται περίπου 4.300 θέσεις εργασίας από αυτές τις εξαγωγές.

Μικρότερες είναι οι επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις εκτός αγροδιατροφής, η αξία της συμφωνίας έγκειται κυρίως σε νέους κανόνες που θα μειώσουν το διοικητικό κόστος και θα άρουν περιορισμούς. Η Κομισιόν υποστηρίζει ότι η κατάργηση υψηλών δασμών στη Mercosur θα εξοικονομεί πάνω από 4 δισ. ευρώ τον χρόνο σε δασμούς για τους ευρωπαϊκούς εξαγωγείς, με ενδεικτικά σημερινά επίπεδα δασμών για ανταλλακτικά αυτοκινήτων (35%), μηχανήματα (20%), χημικά (18%) και φαρμακευτικά (14%), ανοίγοντας ευκαιρίες και για τις ελληνικές εξαγωγικές ΜμΕ.

Για την Ελλάδα, η πιο σημαντική διάσταση είναι οι υπηρεσίες. Επισημαίνεται ότι οι ελληνικές εξαγωγές υπηρεσιών προς Mercosur είναι περίπου 1,6 δισ. ευρώ ετησίως, με τις μεταφορές να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος (περίπου 1,5 δισ.) και τον τουρισμό να βρίσκεται πολύ χαμηλότερα. Αυτό εξηγεί γιατί η συμφωνία αφορά άμεσα τη ναυτιλία και το ευρύτερο οικοσύστημα logistics, πέρα από τα αγαθά.

Ενδείξεις ΠΟΠ, το κρίσιμο μέτωπο για τη χώρα

Κεντρικό σημείο για την Ελλάδα είναι και οι γεωγραφικές ενδείξεις. Η Κομισιόν αναφέρει ότι η συμφωνία προστατεύει 344 ευρωπαϊκά προϊόντα από απομίμηση στις χώρες Mercosur. Ανάμεσα σε αυτές τις λίστες περιλαμβάνονται και 21 ελληνικά αγαθά ΠΟΠ και ΠΓΕ, με πιο εμβληματική την προστασία της φέτας, μαζί με προϊόντα όπως το ούζο και η μαστίχα Χίου.

Η προστασία των εν λόγω προϊόντων διασφαλίζει και την premium τιμολόγησή τους, καθώς τα προϊόντα γεωγραφικής ένδειξης πωλούνται κατά μέσο όρο 2-3 φορές ακριβότερα από αντίστοιχα μη πιστοποιημένα προϊόντα, άρα οι αμυντικές δικλίδες κατά των απομιμήσεων έχουν οικονομική και όχι απλώς νομική σημασία.

Από την πλευρά της, η Κομισιόν επιχειρεί να υπερασπιστεί τη συμφωνία, προβάλλοντας ως βασικό όφελος την άρση υψηλών δασμών για ευρωπαϊκά τρόφιμα και ποτά. Καταγράφει ότι οι εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων της Ε.Ε. προς τη Mercosur ήταν 3,3 δισ. ευρώ το 2024, με ενδεικτικούς δασμούς σε ελαιόλαδο (10%), κρασί (έως 35%), λοιπά ποτά (έως 35%), σοκολάτα (20%). Για ορισμένα γαλακτοκομικά προβλέπεται σταδιακά μηδενικός δασμός εντός ποσοστώσεων, με αναφορά σε ποσοστώσεις για τυρί 30.000 τόνων, γάλα σε σκόνη 10.000 τόνων και βρεφική φόρμουλα 5.000 τόνων.

Για την Ελλάδα, αυτό αφορά κυρίως το τυποποιημένο ελαιόλαδο, το κρασί, τα αποστάγματα και εξειδικευμένα τρόφιμα. Σημαντική είναι και η υπόσχεση για πιο ενιαίες και προβλέψιμες διαδικασίες SPS για όλα τα κράτη-μέλη και για αρχές «περιφερειοποίησης», ώστε να μην μπλοκάρονται συνολικά εξαγωγές της Ε.Ε. λόγω προβλήματος σε επιμέρους γεωγραφικές ζώνες.

Πού έγκειται ο κίνδυνος και γιατί αντιδρούν αγρότες και κτηνοτρόφοι

Στον αντίποδα, η συμφωνία εγκυμονεί κινδύνους για εισαγωγές σε ευαίσθητες κατηγορίες προϊόντων. Στο βοδινό κρέας έχει αναδειχθεί ότι προβλέπεται ετήσια δασμολογική ποσόστωση 99.000 τόνων για εισαγωγές στην Ε.Ε. με μειωμένο δασμό, ενώ πάνω από την ποσόστωση ενεργοποιούνται υψηλοί δασμοί (φτάνοντας σε άνω του 40%), με ενδεικτικό δασμό 7,5% εντός ποσόστωσης.

Στην ελληνική περίπτωση, ο κίνδυνος εστιάζεται κυρίως σε αγορές όπου το κόστος παραγωγής είναι υψηλό και η εγχώρια παραγωγή έχει χαμηλή ανθεκτικότητα σε μεταβολές τιμών, ενώ επαναφέρεται το ζήτημα της διαχρονικής εξάρτησης από εισαγωγές βοδινού σε συνδυασμό με τις διαφορές του κόστους εκτροφής.

Στα εσπεριδοειδή, η ανησυχία αφορά την πίεση τιμών και την εποχικότητα. Επισημαίνεται ότι τα εν λόγω αγαθά υπάγονται σε μηχανισμό «τιμής εισόδου» (αν η τιμή εισαγωγής πέφτει κάτω από όριο, επιβάλλεται πρόσθετος δασμός). Επιπλέον, στο πλαίσιο του κανονισμού διασφάλισης, το συμβούλιο αναφέρει ότι τα εσπεριδοειδή προστέθηκαν στη λίστα ευαίσθητων προϊόντων για ενισχυμένη παρακολούθηση και ταχύτερες διαδικασίες.

ΔΙΚΛΙΔΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Στο πλαίσιο των ευρύτερων διαπραγματεύσεων, ο κανονισμός διμερών δικλίδων ασφαλείας, που συμφωνήθηκε προκαταρκτικά μεταξύ συμβουλίου και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εξειδικεύει το πότε αρχίζει η διαδικασία προστασίας. Για ευαίσθητα προϊόντα ως επαρκής λόγος έναρξης έρευνας θεωρείται, κατά κανόνα, υποτίμηση τιμής κατά 5% σε συνδυασμό είτε με αύξηση 5% των προνομιακών εισαγωγών (σε μέσο όρο τριετίας) είτε με πτώση 5% στις τιμές εισαγωγής. Οι έρευνες προβλέπεται να ολοκληρώνονται μέσα σε τέσσερις μήνες και σε επείγουσες περιπτώσεις να εφαρμόζονται προσωρινά μέτρα εντός 21 ημερών.

Ωστόσο, το ζητούμενο για τους Ευρωπαίους παραγωγούς είναι να υπάρχει γρήγορη τεκμηρίωση και πρόσβαση στα αναγκαία δεδομένα. Το συμβούλιο αναφέρει ότι η Κομισιόν θα παρακολουθεί συνεχώς τις εισαγωγές ευαίσθητων προϊόντων, θα ενημερώνει τουλάχιστον ανά εξάμηνο συμβούλιο και Κοινοβούλιο και θα εκδώσει τεχνικές κατευθυντήριες οδηγίες έως 1/3/2026 για εθνικό και τοπικό επίπεδο παρακολούθησης.

Η Κομισιόν υποστηρίζει ότι δεν αλλάζουν τα ευρωπαϊκά SPS πρότυπα και ότι επαναβεβαιώνεται η αρχή της προφύλαξης.
Στο περιβάλλον, περιγράφει ότι η Συμφωνία των Παρισίων ενσωματώνεται ως «ουσιώδες στοιχείο» της συμφωνίας, με δυνατότητα αναστολής σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης ή αποχώρησης από το Παρίσι, ενώ γίνεται αναφορά σε δεσμεύσεις για αποψίλωση και σε πρόσθετο εργαλείο εφαρμογής.

Για ποιους καθίσταται αναγκαία η στρατηγική προσαρμογή

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, το «παράθυρο» ευκαιρίας είναι η αξιοποίηση της μείωσης δασμών και προστασίας ΠΟΠ/ΠΓΕ, μαζί με πιο προβλέψιμες διαδικασίες και σαφέστερους κανόνες καταγωγής που θα ενισχύσουν τους διμερείς εμπορικούς διαύλους. Ωστόσο, για τους αγρότες το «κλειδί» είναι η παρακολούθηση των εμπορεύσιμων όγκων και των τιμών σε ευαίσθητα αγροδιατροφικά προϊόντα και η έγκαιρη χρήση του μηχανισμού διασφάλισης, αν υπάρξει υποτίμηση ή άνοδος εισαγωγών που προκαλεί ζημία, προκειμένου να μη βρεθούν να «γονατίζουν» από συνθήκες έντονου ανταγωνισμού.

Μια βασική ένδειξη για την αφετηρία από την οποία ξεκινά η Ελλάδα είναι ότι, με βάση στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το 2024 οι ελληνικές εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων από την Mercosur αποτιμήθηκαν περίπου σε 232,5 εκατ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές περίπου σε 33,7 εκατ. ευρώ, άρα η χώρα δεν μπαίνει στο νέο καθεστώς από θέση ισχύος…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 16/1/2026)

Advertisement 5

Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ