Οι αυστηροί ευρωπαϊκοί κανόνες φαίνεται να ισχύουν μόνο για τους Ευρωπαίους παραγωγούς, ενώ οι εισαγωγές από τρίτες χώρες απολαμβάνουν εξαιρέσεις
Τις καταστροφικές συμφωνίες του ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία και με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής -Mercosur-, έρχεται να συμπληρώσει ο ευρωπαϊκός φόρος άνθρακα, που θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου. Ενας φόρος που θα δώσει τη χαριστική βολή στους Ελληνες και Ευρωπαίους αγρότες και θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στη βιομηχανία, στις εξαγωγές, στην ηλεκτρική ενέργεια, στο υδρογόνο και τις θαλάσσιες ροές ξηρού φορτίου, σύμφωνα με ρεπορτάζ της Μαρίας Δεναξά στην εφημερίδα «Εστία της Κυριακής» (11/1).
Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Ανθρακα (CBAM), πυλώνας της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απανθρακοποίηση, εισέρχεται, έπειτα από μια μεταβατική περίοδο, στην οριστική του εφαρμογή από την πρώτη κιόλας ημέρα του νέου έτους.
Από φέτος οι ελληνικές εταιρίες θα υποχρεούνται να δηλώνουν σε ετήσια βάση τις ενσωματωμένες εκπομπές CO₂ των εισαγόμενων προϊόντων στο Μητρώο CBAM. Ο υπολογισμός των εκπομπών μπορεί να βασίζεται είτε σε πραγματικά δεδομένα της εγκατάστασης παραγωγής εκτός Ε.Ε., σύμφωνα με τις υπολογιστικές μεθόδους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είτε σε προκαθορισμένες τιμές, τις οποίες θα δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για κάθε προϊόν ή πρόδρομη ύλη.
Ο μηχανισμός είναι σχεδιασμένος να επιβάλει στα εισαγόμενα προϊόντα, όπως είναι το αλουμίνιο, ο χάλυβας, το τσιμέντο ή τα αζωτούχα λιπάσματα, των οποίων η παραγωγή είναι ιδιαίτερα ρυπογόνα, ένα τέλος άνθρακα βάσει των εκπομπών CO₂, το οποίο θα είναι ισοδύναμο με αυτό που επωμίζονται οι Ευρωπαίοι παραγωγοί. Ο CBAM αποσκοπεί στη διασφάλιση του θεμιτού ανταγωνισμού και την αποτροπή των διαρροών άνθρακα. Πρόκειται για μια φιλόδοξη κλιματική πρωτοβουλία, που όμως προκαλεί έντονες ανησυχίες, κυρίως στον ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα, όπου αναμένεται να επιδεινώσει τα σοβαρά προβλήματα του κλάδου.
Τα αζωτούχα λιπάσματα, που είναι ήδη ακριβά, περιλαμβάνονται άμεσα στο πεδίο εφαρμογής του CBAM και αποτελούν σημαντικό μέρος των εξόδων για πολλές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, κυρίως στις μεγάλες καλλιέργειες. Η πιθανή αύξηση της τιμής τους, εξαιτίας ακόμα ενός φόρου (υπολογίζεται στο 30%), προστίθεται σε ένα ήδη τεταμένο περιβάλλον: αστάθεια αγορών, πίεση στα περιθώρια κέρδους και συνεχής άνοδος του ενεργειακού κόστους. Για πολλές εκμεταλλεύσεις κάθε νέα επιβάρυνση απειλεί ευθέως την οικονομική τους βιωσιμότητα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις ευρωπαϊκών αγροτικών οργανώσεων και εξειδικευμένων γαλλικών ενώσεων παραγωγής σίτου, καλαμποκιού, τεύτλων κ.λπ., το συνολικό κόστος από αυτή τη νέα φοροεπιδρομή για τον αγροτικό τομέα μόνο στη Γαλλία μπορεί να φθάσει τα 500 εκατ. ευρώ.
«Ποτέ στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία δεν έχουμε δει τόσο ακριβά λιπάσματα με παράλληλα τόσο χαμηλές τιμές σιτηρών» δήλωσε πρόσφατα ο Σεντρίκ Μπενουάστ, αναπληρωτής γενικός γραμματέας της Ενωσης Παραγωγών Σίτου Γαλλίας (AGPB), αρμόδιος για τα θέματα των λιπασμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ο Μπενουάστ δεν έκρυψε την ανησυχία του κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, με στόχο «να ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη» για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η εφαρμογή αυτού του φόρου στη γαλλική και την ευρωπαϊκή γεωργία. Επιπλέον, η προοπτική της νέας αύξησης των τιμών των λιπασμάτων εντάσσεται σε ένα ήδη ανοδικό πλαίσιο. «Οι τιμές τους υποτίθεται ότι είναι χαμηλότερες κατά τη διάρκεια της νεκρής περιόδου, μεταξύ Μαΐου και Σεπτεμβρίου», όπως εξήγησε ο Σεντρίκ Μπενουάστ, «αλλά το 2025 αυτό δεν συνέβη».
Ζητούν την προσωρινή αναστολή του μέτρου
Οι ευρωπαϊκές αγροτικές οργανώσεις ζητούν την προσωρινή πανευρωπαϊκή αναστολή του μέτρου, επισημαίνοντας τη συνεχή άνοδο των τιμών των αζωτούχων λιπασμάτων. Τον Ιούλιο η μέση τιμή αγοράς ανήλθε στα 552 ευρώ ανά τόνο, από 496 ευρώ τον Μάρτιο, σύμφωνα με έρευνα της AGPB σε δείγμα 300 παραγωγών. Οι αυξήσεις αυτές αποδίδονται αφενός στην άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου και αφετέρου στην επιβολή νέων φόρων στα ρωσικά λιπάσματα από την 1η Ιουλίου 2025. Ως αποτέλεσμα το φθινόπωρο οι Ευρωπαίοι αγρότες περιόρισαν σημαντικά τις αγορές λιπασμάτων, καλύπτοντας μόλις το 60% των αναγκών τους, έναντι 70% έως 80%, που είναι συνήθως το ποσοστό την ίδια περίοδο, σύμφωνα με την AGPB.
Στη Γαλλία, το αίτημα των αγροτών εισακούστηκε εν μέρει από την υπουργό Γεωργίας Ανί Ζενεβάρ, εν αναμονή συγκεκριμένων αντισταθμιστικών μέτρων. Η υπουργός δήλωσε ότι θα «προσπαθήσει να εξουδετερώσει» τον φόρο άνθρακα, αλλά γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό είναι αδύνατο, διότι πρόκειται για υπερεθνικό κανονισμό. Η Ευρώπη εισάγει περίπου το 50% των αζωτούχων λιπασμάτων που καταναλώνει από την Αίγυπτο, την Αλγερία, τις ΗΠΑ, το Τρινιντάντ και Τομπάγκο, τη Νιγηρία και το Βιετνάμ. Οι εισαγωγές από τη Ρωσία έχουν μειωθεί, λόγω της αύξησης των δασμών. Στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης αζωτούχων λιπασμάτων είναι εισαγόμενο και, συνεπώς, δυνητικά επηρεάζεται από τον CBAM.
Πέρα από την άμεση αύξηση του κόστους των εισαγωγών, ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Ανθρακα εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη συνολική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής και κατά συνέπεια ευρωπαϊκής γεωργίας. Αν και σχεδιάστηκε για να προστατεύει τους Ευρωπαίους παραγωγούς, υπάρχει ο φόβος ότι στην πράξη θα εντείνει τις ανισότητες: οι πιο ισχυρές και ανθεκτικές εκμεταλλεύσεις ίσως μπορέσουν να απορροφήσουν το κόστος προσαρμογής, ενώ όσες έχουν ήδη εξαντληθεί από αλλεπάλληλες κρίσεις κινδυνεύουν να βρεθούν στο περιθώριο.
Η αβεβαιότητα επιτείνεται και από το ενδεχόμενο διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής του CBAM στο προσεχές μέλλον. Το μέτρο ενδέχεται να επεκταθεί και σε άλλους τομείς των αγροτικών και αγροδιατροφικών αλυσίδων, προκαλώντας πρόσθετη ρυθμιστική πολυπλοκότητα και νέες διοικητικές υποχρεώσεις για τους αγρότες, που ήδη ασφυκτιούν από την πληθώρα των αυστηρών ευρωπαϊκών κανονισμών. Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, οι αγροτικές ενώσεις πανευρωπαϊκά ζητούν επίσης σαφήνεια, συνεκτική πολιτική και πραγματική στήριξη. Η πράσινη μετάβαση φαίνεται πως είναι αναπόφευκτη, αλλά δεν μπορεί να επιβληθεί εις βάρος εκείνων που εξασφαλίζουν την επισιτιστική κυριαρχία των χωρών μας. Διαφορετικά ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Ανθρακα κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο προστασίας σε παράγοντα αποσταθεροποίησης για την ευρωπαϊκή γεωργία.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 16/1/2026)






