Σε μια κρίσιμη καμπή για την ευρωπαϊκή οικονομία, τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που φέρνουν στο φως οι Financial Times αποκαλύπτουν μια ανησυχητική υποχώρηση των εμπορικών συναλλαγών εντός της Ενιαίας Αγοράς. Για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν μία δεκαετία —αν εξαιρεθεί η περίοδος της πανδημίας— το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ σημειώνει πτώση, εγείροντας ερωτήματα για την ανταγωνιστικότητα της Γηραιάς Ηπείρου.
Τα νούμερα της οπισθοχώρησης
Σύμφωνα με το προσχέδιο της ετήσιας έκθεσης για την Ενιαία Αγορά, οι επιδόσεις του εσωτερικού εμπορίου ως ποσοστό του ΑΕΠ της Ένωσης παρουσιάζουν αισθητή κάμψη:
2023: Το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών βρισκόταν στο 23,5% του ΑΕΠ.
2024: Το ποσοστό υποχώρησε στο 22%.
Αυτή η μείωση αποτελεί την πρώτη ετήσια πτώση από το 2016, εξαιρουμένων των έκτακτων συνθηκών που δημιούργησαν τα lockdowns κατά τη διάρκεια της Covid-19.
Γραφειοκρατία και καθυστερήσεις στα πρότυπα
Πέρα από τους καθαρούς αριθμούς των συναλλαγών, η έκθεση αναδεικνύει και το πρόβλημα της αυξανόμενης γραφειοκρατίας. Ο χρόνος που απαιτείται για τη σύνταξη και την έγκριση τεχνικών προτύπων για τα προϊόντα σε επίπεδο ΕΕ —ένας κρίσιμος παράγοντας για την καινοτομία— έχει αυξηθεί δραματικά:
Από 3,2 έτη το 2023.
Σε 4 έτη το 2024.
Η καθυστέρηση αυτή θεωρείται «βαρίδι» για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να ανταγωνιστούν σε ένα περιβάλλον που κινείται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς.
Η «στάσιμη» αγορά και οι διεθνείς απειλές
Η διαπίστωση της Κομισιόν έρχεται να επιβεβαιώσει τις πρόσφατες προειδοποιήσεις της Προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία έκανε λόγο για μια εσωτερική αγορά που έχει μείνει «στάσιμη».
Η στασιμότητα αυτή κρίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται «συμπιεσμένη» ανάμεσα σε δύο μέτωπα:
ΗΠΑ: Την απειλή νέων δασμών και προστατευτικών πολιτικών.
Κίνα: Την ενίσχυση του κινεζικού ανταγωνισμού, ειδικά σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και πράσινης μετάβασης.
«Παρά τις προσπάθειες για επανεκκίνηση, η Ενιαία Αγορά δεν φαίνεται να λειτουργεί ως το ανάχωμα που απαιτείται απέναντι στις παγκόσμιες οικονομικές απειλές», αναφέρουν αναλυτές σχολιάζοντας τα στοιχεία.





