Σαφέστερα όρια και πιο αυστηρή τεκμηρίωση για τις απευθείας αναθέσεις προμηθειών και υπηρεσιών προβλέπει νέα εγκύκλιος του υπουργείου Ανάπτυξης. Στόχος είναι να μειωθούν οι «γκρίζες ζώνες» και να περιοριστούν λάθη και καταχρήσεις στη διαχείριση δημόσιου χρήματος, αν και με καθυστέρηση… δεκαετιών, και αφού πρώτα έχει μοιραστεί πακτωλός εκατομμυρίων σε «δικά μας παιδιά».
Η βασική υπενθύμιση είναι ότι η απευθείας ανάθεση είναι εξαίρεση και χρησιμοποιείται μόνο για συμβάσεις μικρής αξίας. Το πλαφόν για προμήθειες και υπηρεσίες τοποθετείται στα 30.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, ενώ για ορισμένες υπηρεσίες και για συγκεκριμένες συμβάσεις που συνδέονται με έργα τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνιών το όριο μπορεί να φτάσει τα 60.000 ευρώ. Στο ίδιο πλαίσιο, η εγκύκλιος απαγορεύει την τεχνητή κατάτμηση συμβάσεων, όταν αυτή γίνεται για να αποφευχθούν διαγωνιστικές διαδικασίες ή να παρακαμφθούν υποχρεώσεις δημοσιότητας.
Σε ό,τι αφορά τις δαπάνες, οι αναθέτουσες Αρχές καλούνται να τεκμηριώνουν υποχρεωτικά τόσο τη σκοπιμότητα όσο και την εκτιμώμενη αξία, ενώ προϋπόθεση γίνεται η προηγούμενη έρευνα αγοράς, ώστε ο προϋπολογισμός να είναι αιτιολογημένος και η δαπάνη εύλογη.
Η διαδικασία, όπως περιγράφεται, αρχίζει με δημοσίευση εγκεκριμένου αιτήματος στο ΚΗΜΔΗΣ, ώστε να στηρίζεται σε νόμιμη δέσμευση και διαθέσιμη πίστωση. Ακολουθεί πρόσκληση για προσφορά σε συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους οικονομικούς φορείς. Αντίθετα, πρόσκληση ανοιχτή σε κάθε ενδιαφερόμενο δεν θεωρείται απευθείας ανάθεση, αλλά διαφορετική διαδικασία με άλλους κανόνες και υποχρεώσεις.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην ελάχιστη προθεσμία των πέντε ημερών από τη δημοσίευση της πρώτης πρόσκλησης μέχρι την απόφαση ανάθεσης. Αν δεν τηρηθεί, η σύμβαση χαρακτηρίζεται παράνομη και αυτοδικαίως άκυρη.
Στα δικαιολογητικά η εγκύκλιος προβλέπει υποχρεώσεις, όπως ποινικό μητρώο, φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα και έγγραφα νόμιμης εκπροσώπησης. Για συμβάσεις έως 30.000 ευρώ δεν εφαρμόζονται οι δυνητικοί λόγοι αποκλεισμού, ώστε να περιορίζεται η διοικητική επιβάρυνση, χωρίς να χαλαρώνει η ευθύνη των υπηρεσιών για έλεγχο.
Η αναθέτουσα Αρχή διατηρεί διακριτική ευχέρεια επιλογής, αλλά πρέπει να την αιτιολογεί.
Τέλος, διευκρινίζεται ότι δεν υπάρχει αριθμητικό «ταβάνι» στις απευθείας αναθέσεις ενός φορέα, όμως κάθε επιλογή πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και σε τεκμηριωμένη έρευνα αγοράς. Για τους προμηθευτές οι φάκελοι των προσφορών πρέπει να είναι έτοιμοι εγκαίρως, καθώς οι προθεσμίες είναι πλέον συγκεκριμένες.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026)





