Νέα κλιμάκωση καταγράφεται στις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας, καθώς το Πεκίνο κατηγορεί ανοιχτά το Τόκιο ότι επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, παρά τη μακροχρόνια επίσημη δέσμευση της Ιαπωνίας για αποκήρυξη τέτοιων εξοπλισμών.
Τα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας της Κίνας προχώρησαν σε σκληρές ανακοινώσεις, καταδικάζοντας –όπως αναφέρουν– προσπάθειες επαναστρατιωτικοποίησης της Ιαπωνίας. Παράλληλα, δύο κορυφαία κινεζικά think tanks δημοσίευσαν κοινή έκθεση 29 σελίδων, στην οποία χαρακτηρίζουν πρόσφατες ενέργειες «δεξιών δυνάμεων» στην Ιαπωνία ως «σοβαρή απειλή για την παγκόσμια ειρήνη».
Αν και η έκθεση δεν κατονομάζει συγκεκριμένα πρόσωπα, το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών εμφανίστηκε πιο αιχμηρό. Η εκπρόσωπος Μάο Νινγκ υποστήριξε ότι η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σαναέ Τακαΐτσι, και άλλοι ανώτεροι αξιωματούχοι έχουν αποκαλύψει φιλοδοξίες που αφορούν την αναθεώρηση των τριών μη πυρηνικών αρχών της χώρας — της δέσμευσης δηλαδή να μην κατέχει, να μην παράγει και να μην επιτρέπει την είσοδο πυρηνικών όπλων στο έδαφός της. Αναφέρθηκε επίσης σε συζητήσεις για την εισαγωγή πυρηνοκίνητων υποβρυχίων και στην ενίσχυση της λεγόμενης «εκτεταμένης αποτροπής».
«Τέτοιες κινήσεις αποτελούν σοβαρή πρόκληση για το διεθνές καθεστώς μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων και για τη μεταπολεμική διεθνή τάξη», δήλωσε η Μάο Νινγκ, προσθέτοντας ότι οι θέσεις αυτές έχουν προκαλέσει αντιδράσεις τόσο στη διεθνή κοινότητα όσο και στο εσωτερικό της Ιαπωνίας.
Από την πλευρά του Τόκιο, οι κατηγορίες απορρίπτονται κατηγορηματικά. Ο Ιάπωνας υπουργός Εξωτερικών Τοσιμίτσου Μοτέγκι δήλωσε στο Bloomberg ότι «δεν υπάρχει απολύτως καμία αλήθεια σε τέτοιους ισχυρισμούς», επαναλαμβάνοντας ότι η χώρα δεν σκοπεύει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Η αντιπαράθεση εξελίσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αυξανόμενων ανησυχιών στην Ιαπωνία για τη στρατιωτική ενίσχυση της Κίνας και το ενδεχόμενο σύγκρουσης στην Ταϊβάν. Το 2022, το Τόκιο ξεκίνησε πενταετές πρόγραμμα ενίσχυσης της άμυνας ύψους 43 τρισ. γιεν (περίπου 274 δισ. δολάρια), με στόχο τον διπλασιασμό των αμυντικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ. Η πρωθυπουργός Τακαΐτσι έχει επισπεύσει το χρονοδιάγραμμα έως το οικονομικό έτος 2025, ενώ ο υπουργός Άμυνας Σιντζίρο Κοϊζούμι φέρεται να έχει δηλώσει ότι η χώρα θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο ανάπτυξης πυρηνοκίνητων υποβρυχίων.
Οι σχέσεις των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της Ασίας επιδεινώθηκαν περαιτέρω στα τέλη του περασμένου έτους, όταν η Τακαΐτσι ανέφερε ότι μια στρατιωτική σύγκρουση στην Ταϊβάν θα μπορούσε να αποτελέσει «κατάσταση που απειλεί την επιβίωση» της Ιαπωνίας. Το κινεζικό υπουργείο Άμυνας αντέδρασε κατηγορώντας την Ιαπωνία ότι «εξάγει φονικά όπλα» και ότι αντιτίθεται στο διεθνές αίσθημα, υποστηρίζοντας –κατά την άποψή του– την κατοχή πυρηνικών όπλων.
Παρότι η ιαπωνική κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι δεν θα επιδιώξει ατομικό οπλοστάσιο, δηλώσεις όπως εκείνη του επικεφαλής έρευνας για θέματα ασφάλειας του κυβερνώντος κόμματος, Ιτσουνόρι Ονοντέρα, ο οποίος υποστήριξε ότι «η συζήτηση για τα πυρηνικά δεν πρέπει να θεωρείται ταμπού», συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις ανησυχίες και την ένταση στην περιοχή.





