Οι παρεμβάσεις της Λούκας Κατσέλη, του Παναγιώτη Λιαργκόβα και του Νίκου Χριστοδουλάκη εστίασαν στα σημεία που, αν δεν κλείσουν, μπορούν να μετατραπούν σε αποκλίσεις μέσα στη χρονιά
Σχεδιασμός σταθεροποίησης που διατηρεί τη δημοσιονομική πειθαρχία, χωρίς όμως να κλείνει τα ήδη υπάρχοντα ανοιχτά ρήγματα, είναι ο Προϋπολογισμός του 2026, σύμφωνα με εκδήλωση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας στο Ζάππειο στα μέσα Δεκεμβρίου. Οι παρεμβάσεις της Λούκας Κατσέλη, του Παναγιώτη Λιαργκόβα και του Νίκου Χριστοδουλάκη ανέδειξαν επτά σημεία που, αν δεν κλείσουν, μπορούν να μετατραπούν σε αποκλίσεις μέσα στη χρονιά.
Το πρώτο σημείο, όπως το έθεσε η κυρία Κατσέλη, είναι η επίκληση της ανθεκτικότητας της οικονομίας χωρίς καθαρή ανάγνωση της σύνθεσης της μεγέθυνσης. Αναγνώρισε ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης είναι υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ε.Ε., αλλά επέμεινε ότι αυτό δεν αρκεί, αν δεν ξέρεις «από πού έρχεται» η μεγέθυνση και αν είναι βιώσιμη. Επικαλέστηκε το Alert Mechanism Report, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου, λέγοντας ότι εκεί καταγράφονται κίνδυνοι και προειδοποιήσεις που δεν αποτυπώνονται επαρκώς στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού.
Δεύτερο σημείο είναι η εξωτερική ανισορροπία. Η κυρία Κατσέλη ανέφερε ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, από -1,5% το 2019 έφτασε στο -6,4% το 2024, κυρίως λόγω του διαχρονικά υψηλού ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο αγαθών. Το περιέγραψε ως έλλειμμα που κινείται σε επίπεδα 12%-15% του ΑΕΠ και το συνέδεσε με παραγωγικό κενό, δηλαδή με αδυναμία της οικονομίας να παράγει επαρκώς διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά.
Τρίτη «τρύπα» είναι ότι η κάλυψη αυτού του κενού στηρίζεται υπέρμετρα στις υπηρεσίες και κυρίως στον τουρισμό. Η κυρία Κατσέλη μίλησε για μονοκαλλιέργεια, σε μια συγκυρία γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Σημείωσε ότι το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών υποχώρησε από 11,4% του ΑΕΠ το 2019 σε 9,5% το 2024. Με αυτή την εικόνα, ένας κλυδωνισμός που μειώνει τουριστικά έσοδα δεν είναι κλαδικό ζήτημα, αλλά κίνδυνος που περνά σε ανάπτυξη, έσοδα και δημοσιονομικούς στόχους.
Ακόμα ένα «αγκάθι» είναι οι επενδύσεις και η σύνθεσή τους. Η ίδια ανέφερε ότι ο σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου ήταν πριν από την κρίση 22%-23% του ΑΕΠ και σήμερα κινείται γύρω στο 16%. Εδωσε όμως μεγαλύτερο βάρος στη δομή, λέγοντας ότι κατοικίες και κατασκευές, δηλαδή μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες, αντιστοιχούν περίπου στο 41% του σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου εις βάρος επενδύσεων σε εξοπλισμό, τεχνολογία και διεθνώς εμπορεύσιμες δραστηριότητες.
Στην ίδια λογική έθεσε και το στοίχημα της εκτέλεσης. Ανέφερε ότι τα προηγούμενα χρόνια οι στόχοι για τις επενδύσεις επιτυγχάνονταν μόνο εν μέρει, με ενδεικτική εικόνα 43% του στόχου το 2023, 30% το 2024 και 68% το 2025 και μέσο όρο κοντά στο 48%. Με αυτό το ιστορικό, η πρόβλεψη για αύξηση επενδύσεων 10,2% το 2026, όπως ειπώθηκε, θα τεστάρει την ικανότητα υλοποίησης.
Ως πέμπτο «αγκάθι» υπογραμμίστηκε η κοινωνική αντοχή. Η κυρία Κατσέλη μίλησε για χαμηλή αγοραστική δύναμη και διεύρυνση ανισοτήτων, σημειώνοντας ότι οι μισθοί και οι αποδοχές στην Ελλάδα το 2024 ήταν περίπου στο 28% του εισοδήματος, έναντι 37% στην Ε.Ε., ενώ το ποσοστό όσων ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας αυξήθηκε κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες. Η εικόνα αυτή μεταφράζεται σε δυσκολία κάλυψης υποχρεώσεων και σε πίεση για παρεμβάσεις.
ΑΚΡΙΒΕΙΑ
Ο κ. Λιαργκόβας, από τη δική του πλευρά, αναγνώρισε ότι το υψηλό πρωτογενές αποτέλεσμα στηρίζει τη δημοσιονομική ισορροπία και την επενδυτική βαθμίδα, αλλά προειδοποίησε για εξάρτηση από πρόσκαιρους παράγοντες και για πολιτικές που κινούνται με έκτακτες ενισχύσεις αντί δομικών λύσεων. Εδωσε έμφαση και στην ακρίβεια, λέγοντας ότι λειτουργεί σαν φόρος, επειδή διαβρώνει την πραγματική αξία των εισοδημάτων.
Ακόμα ένα ρήγμα στον Προϋπολογισμό είναι τα έσοδα από ΦΠΑ. Ο κ. Χριστοδουλάκης αμφισβήτησε ότι η φοροδιαφυγή μειώνεται με ρυθμό που να κλείνει το κενό ΦΠΑ και θύμισε ότι ο ΦΠΑ αυξήθηκε την περίοδο των Μνημονίων από 16% στο 24%. Στο πρακτικό σκέλος, στάθηκε στο ότι η πρόβλεψη για το 2026 δείχνει αύξηση εσόδων ΦΠΑ μόλις 0,1% σε σχέση με το 2025, ενώ με πληθωρισμό 2,5%-3% θα περίμενε κανείς πολύ μεγαλύτερη μεταβολή.
Εβδομο στοιχείο προσοχής είναι οι δημόσιες επενδύσεις. Ο Νίκος Χριστοδουλάκης επισήμανε ότι οι δημόσιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχωρούν από 1,06 το 2025 σε 1,01 το 2026, ενώ, όπως υποστήριξε, οι δημόσιες επενδύσεις έχουν τον μεγαλύτερο πολλαπλασιαστή και είναι κρίσιμες για να κινητοποιήσουν και τις ιδιωτικές επενδύσεις, ειδικά σε μια μεταβατική χρονιά.
Τέλος, η Λούκα Κατσέλη έθιξε μια τεχνική αλλά κρίσιμη πτυχή στη διαχείριση ρευστότητας: την αύξηση του ενδοκυβερνητικού δανεισμού μέσω repos, που, όπως είπε, από 28 δισ. ευρώ το 2019 έφτασαν τα 55 δισ. ευρώ το 2024, με δανεισμό από φορείς της γενικής κυβέρνησης. Περιέγραψε αυτή τη μετατόπιση ως επιλογή που μπορεί να «αδειάζει» ταμειακά διαθέσιμα άλλων φορέων και να μεταφέρει πιέσεις σε πληρωμές, ενώ ζήτησε μεγαλύτερη καθαρότητα στην αποτύπωση επιμέρους στοιχείων.
Η συνολική αποτίμηση της εκδήλωσης είναι ότι ο Προϋπολογισμός του 2026 αμφισβητείται ως προς το αν η σταθερότητα συνοδεύεται από παραγωγικό μετασχηματισμό, από υλοποίηση επενδύσεων και από έσοδα που θα επιβεβαιώσουν τις προβλέψεις.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 2/1/2026)





