- 65% των νέων έως 35 ετών βρίσκει δουλειά στο αντικείμενο των σπουδών του
- 61% των εργοδοτών παγκοσμίως σχεδιάζει να αυξήσει τις επενδύσεις στην αυτόματοποιηση εργασίας
- 5% των επιχειρηματιών έχει συμμετάσχει σε προγράμματα κατάρτισης για την ΤΝ
ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗ*
To 2026 θα είναι μια κρίσιμη χρονιά για την αγορά εργασίας. Στο μεταμνημονιακό τοπίο της Ελλάδας αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα τα προβλήματα που απασχολούν εργαζομένους και εργοδότες μπορεί να είναι διαφορετικά, δεν είναι όμως αμελητέα. Στο σύντομο αυτό κείμενο επιχειρείται να σκιαγραφηθούν οι αναμενόμενες εξελίξεις στην αγορά εργασίας την επόμενη χρονιά.
Σημαντική επίδραση θα φέρει η εφαρμογή των συστάσεων της Κομισιόν προς το υπουργείο Εργασίας, που αποσκοπούν στην αύξηση της απασχόλησης των γυναικών από 20 έως 64 ετών από το 61% στο 71%, στην αύξηση στο 40% του ποσοστού των γυναικών που συμμετέχουν σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και διά βίου μάθησης κάθε χρόνο και τη μείωση του αριθμού των ατόμων που αντιμετωπίζουν κοινωνικό αποκλεισμό κατά 7,3 ποσοστιαίες μονάδες ως το 2030 (σήμερα είναι 21,7%).
Φαίνεται πως ο κλάδος εστίασης θα εξακολουθήσει να πρωταγωνιστεί στη δημιουργία θέσεων εργασίας, ενώ σημαντική συνεισφορά θα έχουν οι κλάδοι εμπορικών καταστημάτων και το λιανικό εμπόριο.
Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των μισθών προβλέπεται στο 3,6%, ενώ ο κατώτατος μισθός ενδέχεται να φτάσει στα 915-920 ευρώ.
Σε σχέση με το ζήτημα της απασχόλησης στο αντικείμενο των σπουδών φαίνεται πως θα συνεχιστεί η τάση που έχει αποτυπωθεί από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. ότι το 65% των νέων έως 35 ετών βρίσκει δουλειά στο αντικείμενο των σπουδών του, ενώ το 69,2% θεωρούν ότι το επίπεδο της εκπαίδευσής τους καλύπτει τις απαιτήσεις της εργασίας.
Μια βασική εξέλιξη θα είναι η αυτοματοποίηση. Υπάρχουν προβλέψεις πως το 61% των εργοδοτών παγκοσμίως σχεδιάζει να αυξήσει τις επενδύσεις στην αυτοματοποίηση εργασίας το επόμενο 12μήνο, ενώ στην Ελλάδα το 50% δηλώνει ότι προτίθεται να αναλάβει ανάλογες επενδύσεις. Οι μεγαλύτερες επιπτώσεις θα είναι αισθητές στα τμήματα πληροφορικής και δεδομένων, στις λειτουργίες και στα logistics, στις πωλήσεις και στο marketing, στο τμήμα HR και στη μηχανική. Οι μεγαλύτερες συναφείς επενδύσεις θα είναι στους κλάδους υπηρεσιών επικοινωνίας, πληροφορικής, χρηματοοικονομικών υπηρεσίων/ real estate, ενέργειας/υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και μεταφορών/εφοδιαστικής. Αναφορικά με το ανθρώπινο δυναμικό, οι περισσότερες ανησυχίες των εργαζομένων εστιάζονται στην οικονομική αστάθεια, στις αναδιαρθρώσεις εταιριών, στις απολύσεις, ενώ αρκετοί εργαζόμενοι διαπιστώνουν την ανάγκη επανεκπαίδευσης, φοβούνται τον ανταγωνισμό από αλλοδαπούς εργάτες, νιώθουν απειλή για την επαγγελματική τους πορεία.
Στο μέτωπο που σχετίζεται με την επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης (Τ.Ν.) αναμένεται αύξηση της ζήτησης για δεξιότητες που συνδέονται με την Τ.Ν. και εδώ κινδυνεύουν μεσοπρόθεσμα να πληγούν επαγγέλματα όπως διερμηνείς, πωλητές, μεταφραστές, εξυπηρετητές πελατών, υπάλληλοι συναλλαγών/υποδοχής σε ξενοδοχεία, μαθηματικοί, προγραμματιστές, χειριστές ιστοσελίδων και εν γένει τα επαγγέλματα λευκού κολάρου. Παράλληλα, θα αναδυθεί εντονότερη η ανάγκη για διά βίου κατάρτιση στις κομβικές δεξιότητες του μέλλοντος: τεχνικές ικανότητες, κριτική σκέψη, διαχείριση δεδομένων, κατανόηση αλγορίθμων, δεοντολογική επίγνωση κ.ά.
Αναφορικά με τους επιχειρηματίες, μόνο το 5% έχει συμμετάσχει σε προγράμματα κατάρτισης για την Τ.Ν.
Θεωρείται πιθανό πως η Τ.Ν. θα οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της ανάλυσης δεδομένων, της βελτίωσης των υποδομών και της λήψης αποφάσεων, της αλγοριθμικής διαχείρισης.
Επίσης και ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι μια ανάπτυξη 7%-10% ως το 2030 θα οφείλεται στην Τ.Ν., αλλά αυτή δεν θα είναι ισόρροπη, πιθανώς θα εμπεριέχει οικονομικές ανισότητες. Οι εργαζόμενοι υψηλής κατάρτισης θα ευνοηθούν, ενώ οι εργαζόμενοι με χαμηλής στάθμης κατάρτιση δεν θα ευνοηθούν ή θα πληγούν. Πολλές εργασίες θα γίνουν περιττές, το άυλο κεφάλαιο (αλγοριθμικά δεδομένα, λογισμικό) θα γίνει κυρίαρχο. Ομοίως υπάρχουν σοβαρές ελπίδες για τη μείωση του χρόνου εργασίας και την αύξηση του ελεύθερου χρόνου στη μακροχρόνια κλίμακα, ενώ το κοινωνικό κράτος θα μπορεί εν μέρει να χρηματοδοτηθεί από το ψηφιακό μέρισμα της τεχνολογικής επανάστασης.
Τέλος, ειδικά για την Ελλάδα η αγορά εργασίας θα αντιμετωπίσει δύο εγχώριες προκλήσεις. Η μία συνδέεται με το δημογραφικό πρόβλημα, που μακροπρόθεσμα στερεί εργατικό δυναμικό από τη χώρα, υπονομεύοντας τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Η άλλη είναι το καθεστώς των συλλογικών διαπραγματεύσεων, που έφτασε σε μια κρίσιμη καμπή, καθώς αμφισβητείται η ικανότητα των συλλογικών συμβάσεων να βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η κρατική πολιτική γι’ αυτά τα δύο ακανθώδη ζητήματα θα δείξει κατά πόσο ο συντελεστής παραγωγής εργασίας θα παραμείνει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της οικονομικής πολιτικής ή θα απαξιωθεί περαιτέρω, με επίταση της ευελιξίας και μείωση της κοινωνικής προστασίας της απασχόλησης.
*Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΔΠΘ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 2/1/2026)





