Άρθρο – Μαρία Σαρτζετάκη: Η μετά RRF Εποχή: Από τη Χρηματοδότηση στην Ικανότητα Εκτέλεσης

Το παραγωγικό μοντέλο της επόμενης πενταετίας θα αξιολογηθεί πλέον από την ικανότητα επιχειρήσεων και οργανισμών να λειτουργούν με δομημένες διαδικασίες, στοχευμένη ανάπτυξη δεξιοτήτων, ουσιαστική ενσωμάτωση τεχνολογίας και ώριμες αρχές εταιρικής διακυβέρνησης

Η ανταγωνιστικότητα δεν αποτυπώνεται πλέον στο ύψος των επενδύσεων, αλλά στην συνέπεια λειτουργίας, στη διαλειτουργικότητα συστημάτων και στη μέτρηση αποτελεσμάτων σε δυναμικές συνθήκες

Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η επιτυχία μιας επιχείρησης μεμονωμένα, αλλά η δημιουργία δομών που μεταφέρουν τεχνογνωσία, επιτρέπουν διαλειτουργική υιοθέτηση τεχνολογίας και παράγουν σταθερή λειτουργική απόδοση σε βάθος χρόνου

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗ*

Με την ολοκλήρωση των έργων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) η περίοδος 2026-2030 θα αποτελέσει την πρώτη ουσιαστική δοκιμή της παραγωγικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας. Στην επόμενη φάση το επίκεντρο μετατοπίζεται από τη χρηματοδότηση στην υλοποίηση: επιχειρήσεις και οργανισμοί καλούνται να λειτουργήσουν με σαφώς ορισμένους μηχανισμούς εκτέλεσης, τεκμηριωμένες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, δομημένη εταιρική διακυβέρνηση. Η χρηματοδότηση του RRF επιτάχυνε την έναρξη έργων. Η μετά RRF περίοδος, όμως, θα κρίνει την ικανότητα εκτέλεσής τους: ενσωμάτωση τεχνολογίας με λειτουργικό αποτέλεσμα, στοχευμένη ανάπτυξη δεξιοτήτων, ψηφιακές δυνατότητες και θεσμική διακυβέρνηση που επιτρέπει σταθερή επιχειρησιακή απόδοση σε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Με βάση αυτή τη διοικητική ανάγκη, η ανταγωνιστικότητα δεν αποτυπώνεται πλέον στο ύψος των επενδύσεων, αλλά στην ικανότητα εκτέλεσης – στη συνέπεια λειτουργίας, στη διαλειτουργικότητα συστημάτων και τη μέτρηση αποτελεσμάτων σε δυναμικές συνθήκες.

Η παραγωγικότητα, σε αυτό το πλαίσιο, παύει να συνδέεται αποκλειστικά με τη χρηματοοικονομική ένταση και αποκτά λειτουργική διάσταση. Οι αποκλίσεις έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου διαχρονικά προκύπτουν όχι από την ένταση των επενδύσεων, αλλά πρωτίστως από την ωριμότητα διαδικασιών και την επάρκεια δεξιοτήτων. Συνεπώς η ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού αποκτά στρατηγική σημασία. Η συστηματική αναβάθμιση δεξιοτήτων (upskilling), η επανεκπαίδευση σε νέες ικανότητες (reskilling), το πλαίσιο ικανοτήτων (competency frameworks) και οι δομημένοι μηχανισμοί αξιολόγησης αποτελούν τα μέσα μέσω των οποίων οι οργανισμοί δημιουργούν σταθερή λειτουργική απόδοση, ενώ τα soft skills λειτουργούν πλέον ως κρίσιμοι παράγοντες επιχειρησιακής συνέχειας, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα αυξημένης αβεβαιότητας.

Η τεχνολογία λειτουργεί ως οργανωσιακή ικανότητα και όχι ως ευκαιριακή επένδυση. Συστήματα ERP και CRM (για ολοκληρωμένη διαχείριση πόρων, λειτουργιών και πελατών) επιτρέπουν ενιαίο επιχειρησιακό έλεγχο, η αυτοματοποίηση (RPA) μειώνει λειτουργικά σφάλματα, τα data analytics υποστηρίζουν αποφάσεις με τεκμηρίωση, ενώ οι τεχνολογίες εφοδιαστικής αλυσίδας διασφαλίζουν προβλεψιμότητα ροών. Η «ψηφιακή ικανότητα» των οργανισμών δεν σχετίζεται με την απλή υιοθέτηση εξοπλισμού, αλλά με τη δυνατότητα μετατροπής των δεδομένων σε στοχευμένες παρεμβάσεις που δημιουργούν συνθήκες κανονιστικής λειτουργίας: μειώνουν τα λάθη, ενισχύουν την ιχνηλασιμότητα, επιτρέπουν προληπτική λήψη αποφάσεων και αυξάνουν την ταχύτητα εκτέλεσης.

Σε επίπεδο οικοσυστημάτων, η καινοτομία δεν περιορίζεται στην παραγωγή προϊόντων, αλλά στη δημιουργία οργανωμένων δομών γνώσης και τεχνολογίας που υποστηρίζουν διαδοχική εφαρμογή λύσεων. Η συνεργασία πανεπιστημίων – επιχειρήσεων, τα clusters και οι εξειδικευμένοι πυρήνες γνώσης, σε συνδυασμό με spin-offs και χρηματοδότηση εφαρμοσμένης έρευνας, δημιουργούν δομές που επιταχύνουν τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την υιοθέτηση λύσεων σε οργανωσιακό επίπεδο. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η επιτυχία μιας επιχείρησης μεμονωμένα, αλλά η δημιουργία δομών που μεταφέρουν τεχνογνωσία, επιτρέπουν διαλειτουργική υιοθέτηση τεχνολογίας και παράγουν σταθερή λειτουργική απόδοση σε βάθος χρόνου.

Παράλληλα, η εταιρική διακυβέρνηση αποτελεί θεμέλιο σταθερής εκτέλεσης. Δομημένοι μηχανισμοί διαχείρισης κινδύνου, εσωτερικού ελέγχου και τεκμηριωμένης λήψης αποφάσεων μειώνουν τον λειτουργικό κίνδυνο και διασφαλίζουν προβλεψιμότητα στη λειτουργία. Οταν οι ESG αρχές ενσωματώνονται ουσιαστικά στη στρατηγική -και όχι ως διαδικασία συμμόρφωσης- ενισχύουν την πρόσβαση σε κεφάλαια, αναβαθμίζουν την εταιρική αξιοπιστία και υποστηρίζουν ικανότητα σταθερής εκτέλεσης σε μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Το παραγωγικό μοντέλο της επόμενης πενταετίας θα αξιολογηθεί πλέον από την ικανότητα επιχειρήσεων και οργανισμών να λειτουργούν με δομημένες διαδικασίες, στοχευμένη ανάπτυξη δεξιοτήτων, ουσιαστική ενσωμάτωση τεχνολογίας και ώριμες αρχές εταιρικής διακυβέρνησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανταγωνιστικότητα αποτυπώνεται σε μετρήσιμη εκτέλεση: διαλειτουργικότητα συστημάτων, προβλεψιμότητα λειτουργίας και ποιότητα αποφάσεων. Η μετάβαση από το RRF στη λειτουργική εκτέλεση θα διαφοροποιήσει τους οργανισμούς και τις επιχειρήσεις που μπορούν να μετατρέψουν τη χρηματοδότηση RRF σε μόνιμη παραγωγική ικανότητα, διατηρώντας απόδοση και ανθεκτικότητα ακόμα και σε περιβάλλον υψηλής μεταβλητότητας.

* Αναπληρώτρια καθηγήτρια Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, ΔΠΘ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 2/1/2026)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ