- Στο πρόγραμμα προβλέπονται επιπλέον φόροι περίπου 2 δισ. ευρώ το χρόνο για την επόμενη πενταετία οι οποίοι με την σειρά τους θα συμπιέζουν την ιδιωτική κατανάλωση
- Η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων δεν είναι αρκετή για να καλύψει ούτε το επενδυτικό κενό, ούτε να συνεισφέρει στην αύξηση του ΑΕΠ
- Το τέλος των χρηματοδοτήσεων του ταμείου ανάκαμψης και η επιπλέον επιβάρυνση, δημιουργούν το κατάλληλο σκηνικό για την διολίσθηση σε μια παρατεταμένη ύφεση
ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΧΙΟΝΗ*
Οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία, όπως τουλάχιστον αυτές ενσωματώνονται στο Πολυετές Δημοσιονομικό Προγραμματισμό (ΠΔΠ) 2026-2029, μοιάζουν να αποτελούν έναν δυσεπίλυτος γρίφος.
Συγκεκριμένα καταγράφεται μια ουσιαστική επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, αφού οι προβλέψεις του ΠΔΠ είναι ότι θα υποχωρήσει από το προβλεπόμενο 2,4% του 2026 και θα βαίνει μειούμενο στο 1,3% το 2029. Το πρόβλημα με αυτές τις προβλέψεις είναι ότι συνεχίζει το ΑΕΠ να στηρίζεται (ακόμα και η ελάχιστη ανάπτυξη) αποκλειστικά στην ιδιωτική κατανάλωση. Στη συνέχεια βλέπουμε ότι η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης είναι προφανώς και το αποτέλεσμα της μείωσης των επενδύσεων εφόσον σταματούν οι ενισχύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. O ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου, δηλαδή οι επενδύσεις, από το 2027 θα αυξάνονται με ρυθμό κατά μέσο όρο μικρότερο του 1%. Και όλα τα παραπάνω συμβαίνουν παρόλη την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων κατά 10,2% φέτος και στη συνέχεια κατά 4,1% το 2027, 0,9% το 2028 και 0,8% το 2029. Προφανώς η προβλεπόμενη αύξηση των δημόσιων επενδύσεων από 9,5 δισ. ευρώ το 2026 στα 11,75 δισ. το 2029 δεν είναι αρκετή για να καλύψει ούτε το επενδυτικό κενό αλλά ούτε και να συνεισφέρει ουσιαστικά στην αύξηση του ΑΕΠ.
Στο ΠΔΠ υπάρχει ένας γρίφος. Αυτός ο γρίφος προκύπτει από το ερώτημα για το πώς μπορεί να επιτευχθούν ακόμα και αυτοί οι περιορισμένοι ρυθμοί ανάπτυξης όταν η οικονομία στηρίζεται αποκλειστικά στην κατανάλωση και ταυτόχρονα είμαστε υποχρεωμένοι να επιτυγχάνουμε υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα. Στο πρόγραμμα προβλέπονται επιπλέον φόροι περίπου 2 δισ. ευρώ τον χρόνο για την επόμενη πενταετία, οι οποίοι με τη σειρά τους θα συμπιέζουν την ιδιωτική κατανάλωση.
Και η κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο αν αναλογιστούμε ότι η βιωσιμότητα του χρέους απαιτεί την ικανοποίηση κάποιων σχέσεων μεταξύ του ρυθμού ανάπτυξης, του δημοσιονομικού πλεονάσματος και του επιτοκίου δανεισμού. Σύμφωνα με αυτόν τον τύπο, το επιτόκιο του μακροχρόνιου δανεισμού πρέπει να είναι μικρότερο από το άθροισμα του ρυθμού ανάπτυξης και του ποσοστού του δημοσιονομικού πλεονάσματος (επιτόκιο δανεισμού = ανάπτυξη + δημοσιονομικό πλεόνασμα). Στην περίπτωση, π.χ., που το 2027 η ανάπτυξη ανέλθει σε 1,7% και το επιτόκιο του δεκαετούς διαμορφώνεται στο 4%, τότε το δημοσιονομικό πλεόνασμα πρέπει να είναι μεγαλύτερο του 2,3%. Σύμφωνα με τα παραπάνω, όσο μειώνεται ο ρυθμός ανάπτυξης τόσο πρέπει να μεγαλώνει το δημοσιονομικό πλεόνασμα προκειμένου να είναι βιώσιμο το χρέος. Οσο όμως αυξάνεται το δημοσιονομικό πλεόνασμα σημαίνει ότι θα μειώνεται η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και άρα η ιδιωτική κατανάλωση και τόσο περισσότερο θα συμπιέζεται το ΑΕΠ. Επομένως το δεύτερο ερώτημα που προκύπτει είναι σχετικά με την πρόβλεψη για το επίπεδο της κατανάλωσης και της συμβολής της στο ΑΕΠ.
Το χρονικό διάστημα 2026-2029 είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την πορεία της οικονομίας. Το τέλος των χρηματοδοτήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και η επιπλέον επιβάρυνση που θα προκύψει από το 2030 και μετά λόγω αυξημένων πληρωμών τοκοχρεολυσίων σε συνδυασμό με τον παρατεταμένο πληθωρισμό δημιουργούν το κατάλληλο σκηνικό για τη διολίσθηση σε μια παρατεταμένη ύφεση. Οι προβλέψεις του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού ακούγονται περισσότερο σαν καμπανάκι κινδύνου παρά σαν αφετηρία αναπτυξιακής διαδικασίας.
*Καθηγητής Οικονομικών ΔΠΘ, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 2/1/2026)





