Ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μόνο εχθρικός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απέναντι στην παρούσα κυβέρνηση. Γι’ αυτόν τον λόγο προκάλεσαν αίσθηση τα «καμπανάκια» που χτύπησε για την ελληνική οικονομία μέσω της τελευταίας ενδιάμεσης έκθεσης για τη νομισματική πολιτική, επισημαίνοντας μάλιστα και την ανάγκη καταπολέμησης της διαφθοράς! Αυτό που μένει να απαντηθεί είναι αν αυτά τα σήματα κινδύνου, που εκπέμπει ο κ. Στουρνάρας, έχουν να κάνουν με τις διαδικασίες επιλογής του νέου διοικητή της ΤτΕ τον ερχόμενο Ιούνιο ή αν ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της χώρας βλέπει πράγματι μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα και θέλησε να προειδοποιήσει γι’ αυτό τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής.
Οπως σημειώνεται στην έκθεση, η ελληνική οικονομία, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά διαρθρωτικών προβλημάτων που θα καθορίσουν τη μελλοντική της πορεία. Και ποια είναι αυτά τα προβλήματα; Ο κίνδυνος επιβράδυνσης των ρυθμών ανάπτυξης μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, η χαμηλή παραγωγικότητα, το υφιστάμενο επενδυτικό κενό, τυχόν καθυστερήσεις στην απορρόφηση των υπολειπόμενων κοινοτικών πόρων, η βραδεία αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, οι πιέσεις στην αγορά εργασίας και στα πραγματικά εισοδήματα, η δυσκολία εύρεσης προσιτής κατοικίας, η δημογραφική κρίση, η στάσιμη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος.
Επιπλέον στις προβλέψεις της έκθεσης για τον ρυθμό ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, 2%-2,1% μέχρι το 2028, επισημαίνονται μια σειρά καθοδικοί κίνδυνοι που θα μπορούσαν να «φρενάρουν» την ελληνική οικονομία, όπως: α) η αβεβαιότητα από τις εύθραυστες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας, β) ο επίμονος πληθωρισμός, γ) ενδεχόμενες μεγαλύτερες μισθολογικές πιέσεις, λόγω της στενότητας στην αγορά εργασίας, δ) πιθανές φυσικές καταστροφές που συνδέονται με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, ε) τυχόν χαμηλότερος του αναμενόμενου ρυθμός απορρόφησης και αξιοποίησης των κονδυλίων του RRF και στ) βραδύτερη του αναμενόμενου υλοποίηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων, με δυσμενείς επιδράσεις στην παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Για να αντιμετωπιστούν οι παραπάνω προκλήσεις και κίνδυνοι η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει τη λήψη μιας σειράς μέτρων, όπως:
– Συνέχιση και βάθυνση των μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, αποτελεσματικότερη λειτουργία του Δημοσίου, ταχύτερη απονομή της Δικαιοσύνης, καταπολέμηση της διαφθοράς και μείωση της γραφειοκρατίας.
– Σταθερότητα του φορολογικού συστήματος και παροχή στοχευμένων κινήτρων (επιταχυνόμενες αποσβέσεις και αυξημένες εκπτώσεις φόρου για επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη), καθώς και περιορισμός του ενεργειακού κόστους.
– Πλήρης και αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων – του RRF, των πολυετών δημοσιονομικών πλαισίων 2021-2027 και 2028-2034 και του πακέτου των 8 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-32 (Ταμείο Κοινωνικού Κλίματος, Ταμείο Εκσυγχρονισμού, Ταμείο Απανθρακοποίησης Νησιών).
– Διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, με αξιοποίηση του νέου Ταμείου Μικροπιστώσεων και πρόσβαση σε εναλλακτικές προς τον τραπεζικό δανεισμό μορφές χρηματοδότησης μέσω των κεφαλαιαγορών.
– Συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων και της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.
– Για το ζήτημα της προσιτής στέγης απαιτούνται πρόσθετες παρεμβάσεις στην πλευρά της προσφοράς.
– Η αύξηση των αμοιβών να είναι συμβατή με την εξέλιξη της παραγωγικότητας, ώστε να μην υπονομεύεται η ανταγωνιστικότητα. Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο να αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό γυναικών, νέων, μεγαλύτερων σε ηλικία και συνταξιούχων.
– Συνεκτικό πλέγμα κοινωνικών και αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, που θα περιλαμβάνει την ενσωμάτωση των μεταναστών και τον επαναπατρισμό των Ελλήνων του εξωτερικού.
– Διασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και συνέχιση της ταχείας αποκλιμάκωσής του.
– Ενεργό συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας σε διεθνή εξοπλιστικά προγράμματα και κοινοπραξίες, με σύμπραξη του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
Σε διεθνές επίπεδο, η ενδιάμεση έκθεση τάσσεται υπέρ της δημιουργίας ενός ευρωομολόγου, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για διασυνοριακές επενδύσεις, να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ και να ενδυναμώσει τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2025)





