Η τελική ρύθμιση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο κατατέθηκε στη Βουλή, παρέχοντας ένα ενιαίο πλαίσιο μετατροπής σε ευρώ, με στόχο να «παγώσει» ο συναλλαγματικός κίνδυνος και να μειωθούν τα βάρη για τους δανειολήπτες που έχουν πέσει στη δίνη των διογκωμένων δανειακών υποχρεώσεων, αναζητώντας μία λύση μέχρι και στις δικαστικές αίθουσες…
Τα ερωτήματα είναι αν αυτό αρκεί για να κλείσει οριστικά ένα πρόβλημα δεκαπενταετίας και αν η ελάφρυνση θα φτάσει να κάνει τις δόσεις πραγματικά βιώσιμες για όλους και όχι για μια μερίδα των δανειοληπτών.
Οπως αναφέρεται στην τροπολογία, η παρέμβαση καλύπτει δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο που σήμερα βρίσκονται σε τράπεζες και servicers. Ο βασικός στόχος είναι να σταματήσει ο συναλλαγματικός κίνδυνος μέσω μετατροπής σε ευρώ και να διαμορφωθεί σταθερή δόση.
Το μεγαλύτερο μέρος των δανείων χορηγήθηκε την περίοδο 2005-2009, όταν το χαμηλότερο επιτόκιο του φράγκου έκανε το προϊόν ελκυστικό. Η μετέπειτα ανατίμηση του νομίσματος μετέτρεψε τη διαφορά ισοτιμίας σε θηλιά στον λαιμό των δανειοληπτών, οι οποίοι βρέθηκαν να χρωστούν περισσότερα και από το αρχικό κεφάλαιο που δανείστηκαν, ακόμα και αν πλήρωναν κανονικά τις δόσεις τους.
Η τροπολογία δεν επιβάλλει υποχρεωτική μετατροπή. Δίνει στον οφειλέτη το δικαίωμα να ζητήσει ένταξη και υποχρεώνει τους πιστωτές να ακολουθήσουν τη λύση που αντιστοιχεί στην κατάσταση του δανείου. Η αρχιτεκτονική έχει δύο διαδρομές, μία για μη εξυπηρετούμενα και μία για εξυπηρετούμενα δάνεια.
Αφορά φυσικά πρόσωπα, καθώς και ατομικές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες με δάνεια σε ελβετικό φράγκο σε τράπεζες ή servicers.
Οι δύο «κατευθύνσεις» της ρύθμισης
Για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, η λύση περνά μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού. Η οφειλή σε ελβετικό φράγκο μετατρέπεται σε ευρώ με την τρέχουσα ισοτιμία και στη συνέχεια εφαρμόζονται οι όροι του εξωδικαστικού ως προς τη δόση, τη διάρκεια και τυχόν κούρεμα. Κεντρική αλλαγή είναι ότι, όταν στην αίτηση υπάρχει οφειλή σε ελβετικό φράγκο, τεκμαίρεται η συναίνεση όλων των πιστωτών στην αντιπρόταση, συμπεριλαμβανομένων Δημοσίου και φορέων κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς πρόσθετη τεκμηρίωση. Η τεκμαιρόμενη συναίνεση αφορά την οφειλή σε ελβετικό φράγκο, ενώ τυχόν άλλες οφειλές ακολουθούν τους κανόνες του εξωδικαστικού.
Για τα ενήμερα ή ρυθμισμένα και εξυπηρετούμενα δάνεια προβλέπεται ειδική μετατροπή σε ευρώ με «βελτιωμένη» ισοτιμία, δηλαδή μείωση κεφαλαίου προτού υπολογιστεί η νέα δόση, και με σταθερό επιτόκιο σε ευρώ για όλη την υπολειπόμενη διάρκεια. Προϋπόθεση είναι ο δανειολήπτης να μην έχει υπαχθεί στις διατάξεις του εξωδικαστικού.
Οι όροι κλιμακώνονται σε τέσσερις κατηγορίες. Στην κατηγορία 1 η ισοτιμία μετατροπής είναι κατά 50% βελτιωμένη και σταθερό επιτόκιο 2,30% ετησίως, με όρια ένταξης που εξαρτώνται από εισόδημα, καταθέσεις και ακίνητη περιουσία. Ενδεικτικά, τα εισοδηματικά όρια κινούνται από 7.500 έως 22.000 ευρώ, ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού. Στην κατηγορία 2 η βελτίωση ισοτιμίας είναι 30% με επιτόκιο 2,50%, στην κατηγορία 3 είναι 20% με επιτόκιο 2,70% και στην κατηγορία 4, χωρίς όρια ένταξης, 15% με επιτόκιο 2,90%.
Η «βελτιωμένη ισοτιμία» λειτουργεί σαν έμμεσο κούρεμα στο κεφάλαιο προτού βγει η νέα δόση σε ευρώ. Αν η τρέχουσα αποτίμηση ενός υπολοίπου αντιστοιχεί σε 100.000 ευρώ, τότε βελτίωση 15% σημαίνει υπολογισμό στα 85.000 ευρώ, ενώ βελτίωση 50% σημαίνει υπολογισμό στα 50.000 ευρώ. Το όφελος διατηρείται όσο τηρείται η ρύθμιση.
Η τρέχουσα ισοτιμία ευρώ – ελβετικού φράγκου ορίζεται ως η ισοτιμία αναφοράς που δημοσιεύει η ΕΚΤ την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η μετατροπή γίνεται με μηδενική προμήθεια και η δόση που προκύπτει είναι σταθερή για όλη την υπολειπόμενη διάρκεια.
Για πρόσθετη μείωση της δόσης δίνεται δυνατότητα επιμήκυνσης της συνολικής διάρκειας μετά τη μετατροπή έως πέντε έτη, με ανώτατο όριο το 80ό έτος ηλικίας, ενώ η επιμήκυνση δεν μπορεί να αυξάνει τη διάρκεια πριν από τη μετατροπή πάνω από 50%. Οι εξασφαλίσεις συνεχίζουν να ισχύουν και η μετατροπή θεωρείται τροποποίηση της σύμβασης και όχι νέα ενοχή.
Τίθενται και ρήτρες που συνδέουν το όφελος με τη συνέχιση της εξυπηρέτησης. Αν μετά την ένταξη υπάρξει καταγγελία λόγω μη εξυπηρέτησης, ο δανειολήπτης οφείλει το ποσό σαν η μετατροπή να είχε γίνει με την τρέχουσα ισοτιμία, χωρίς τον ευνοϊκό υπολογισμό. Επαναφορά του νομίσματος σε ελβετικό φράγκο ή αλλαγή των όρων μετατροπής δεν είναι δυνατή για οποιονδήποτε λόγο. Με την ένταξη στη ρύθμιση καταργούνται εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες και παύουν τυχόν ισχύουσες συμβάσεις ρύθμισης και τυχόν διωκτικά μέτρα, ενώ η υπαγωγή δεν εμφανίζεται στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών οικονομικής συμπεριφοράς.
Η δυνατότητα μετατροπής ισχύει για έξι μήνες από την έναρξη ισχύος της διάταξης. Η έναρξη προβλέπεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση σε ΦΕΚ, με ειδική πρόβλεψη για την κατηγορία 4. Το πρακτικό ζητούμενο για τους δανειολήπτες είναι να κινηθούν έγκαιρα, να δουν σε ποια κατηγορία εντάσσονται και να υπολογίσουν τη νέα σταθερή δόση σε ευρώ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 19/12/2025)





