Σοκ προκαλούν τα στοιχεία από τις τελευταίες έρευνες σχετικά με τους κινδύνους οι οποίοι ελλοχεύουν για ένα μεγάλο πλήθος ελληνικών επιχειρήσεων από το κυβερνοέγκλημα, τη στιγμή μάλιστα που πολλές από αυτές θεωρούνται απροστάτευτες ή ελλιπώς προστατευμένες.
Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ
Σύμφωνα με τα περιεχόμενα νέας μελέτης της εκ των κορυφαίων διεθνώς εταιριών κυβερνοασφάλειας Kaspersky, η Ελλάδα καταγράφει, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά μεταξύ πολλών άλλων σε πολυσέλιδη αναφορά (σ.σ.: η «DEALnews» παραθέτει το σχετικό γράφημα), τον υψηλότερο αριθμό κυβερνοεπιθέσεων εναντίον Συστημάτων Βιομηχανικού Ελέγχου (ICS) στη νότια Ευρώπη.
Ειδικότερα, το ποσοστό ICS Ηλεκτρονικών Υπολογιστών οι οποίοι δέχτηκαν επίθεση από κακόβουλο λογισμικό εκτινάσσεται σε ένα ποσοστό ύψους 33,24%, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την εύρυθμη λειτουργία μιας βιομηχανικής μονάδας και της επιχείρησης η οποία διατηρεί τον έλεγχό της και την ευθύνη της.
Ενα τέτοιο «χτύπημα μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε διαρροή δεδομένων ή διακοπή λειτουργίας, αλλά και σε πραγματικές ζημιές, σε μηχανές, γραμμές παραγωγής και εγκαταστάσεις υποδομών.
Το χειρότερο είναι ότι το 65% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα δεν διαθέτουν ενιαία στρατηγική κυβερνοασφάλειας!
Αναλυτικά, το 45% αρκείται σε μια θεωρητικού χαρακτήρα στρατηγική, το 13% έχει ορίσει απλώς τους στόχους της και ένα 7% δεν διαθέτει… καν στρατηγική.
Από τα στοιχεία της Kaspersky προκύπτει, επίσης, ότι στις επιθέσεις μέσω εισερχόμενων e-mails η Ελλάδα βρίσκεται στην 6η θέση παγκοσμίως τις τελευταίες 30 ημέρες, που σημαίνει ότι ως χώρα έχει μπει για τα καλά στο στόχαστρο των χάκερ.

ΟΙ ΧΑΛΑΡΕΣ ΑΜΥΝΕΣ
Επιπλέον, οι άμυνες των επιχειρήσεων απέναντι στους κυβερνοεγκληματίες δείχνουν ανησυχητικά χαλαρές… Γιατί επικρατεί έλλειψη εμπιστοσύνης και σαφήνειας επί του αντικειμένου για τρεις σοβαρούς λόγους:
– Κατά 25% αμφιβάλλουν ότι οι κίνδυνοι που κοινοποιούνται από τους προμηθευτές κυβερνοασφάλειας αντιστοιχούν πραγματικά σε αυτούς που αντιμετωπίζουν οι οργανισμοί τους.
-Κατά 34% χρειάζονται καλύτερη κατανόηση του τρόπου βελτιστοποίησης των διαδικασιών απόκρισης και της αντιμετώπισης περιστατικών.
– Κατά 27% δεν γνωρίζουν ποιες γνώσεις χρειάζονται οι εργαζόμενοι για να
αντιδράσουν αποτελεσματικά σε περίπτωση περιστατικών.
Επιπλέον:
– Το 32% δεν είναι βέβαιο ότι η τρέχουσα λύση endpoint μπορεί να το προστατεύσει επαρκώς από τις απειλές στις οποίες εκτίθενται.
– Το 32% δεν γνωρίζει ποια προγράμματα και εργαλεία κυβερνοασφάλειας χρειάζονται πραγματικά.
– Το 28% δεν κατανοεί τα οφέλη της προστασίας EDR.
– Το 17% δεν αντιλαμβάνεται τα πλεονεκτήματα της ανάθεσης των λειτουργιών
ασφάλειας σε εξωτερικό συνεργάτη (outsourcing).
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 12/12/2025)





