Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόσφατα εστράφη νομικά κατά της Ιταλίας για παραβίαση των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ενιαίας Αγοράς. Αιτία, το «χρυσό βέτο» που η ιταλική κυβέρνηση έχει κρατήσει για τον εαυτό της για να εμποδίζει εξαγορές ιταλικών στρατηγικών εταιριών εφόσον κρίνει ότι οι εξαγορές αυτές έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια.
ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ*
Τέτοιες στρατηγικές εταιρίες υπάρχουν όχι μόνο στον χώρο της άμυνας και των τηλεπικοινωνιών, αλλά και στην ενέργεια και τις μεταφορές. Οι περιπτώσεις όπου η Ιταλία άσκησε αυτό το δικαίωμά της τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί, με τελευταία την παρεμπόδιση (έμμεση, όχι άμεση) της εξαγοράς της τρίτης μεγαλύτερης τράπεζας στην Ιταλία Banca Popolare di Milano (BPM) από τη μεγαλύτερη Unicredit. Ασφαλώς πρόκειται για μια διασταλτική ερμηνεία του όρου «εθνική ασφάλεια», αλλά, πάντως, δείχνει πόσο μεγάλη σημασία αποδίδει η ιταλική κυβέρνηση στην ύπαρξη ανταγωνισμού στην τραπεζική αγορά της χώρας.
Η επιστολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρει: «Ο νόμος αυτός, όπως εφαρμόζεται από τις ιταλικές Αρχές, ενώ έχει σκοπό να διαφυλάξει την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια τάξη, κινδυνεύει να διευκολύνει αδικαιολόγητες παρεμβάσεις στην οικονομική ζωή που θέτουν εν κινδύνω τις αρχές της ελευθερίας της ίδρυσης (εταιριών) και της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων εντός της ενιαίας αγοράς». Επίσης, κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συγκεκριμένη ενέργεια παρεμπόδισης της εξαγοράς της BPM εισέρχεται στις «αποκλειστικές» αρμοδιότητες του Ενιαίου Μηχανισμού Επίβλεψης (SSM), που είναι η ευρωπαϊκή ρυθμιστική Αρχή των εμπορικών τραπεζών.
Η ιταλική κυβέρνηση μάλλον υποβάθμισε το θέμα. Ο υπουργός Οικονομικών Giancarlo Giorgetti είπε ότι «η Ρώμη σκοπεύει να υποβάλει μια ρυθμιστική πρόταση (regulatory proposal), η οποία θα αντιμετωπίζει τις ενστάσεις (της Επιτροπής)».
Είναι γνωστό ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ως πάγιο στόχο την αποδυνάμωση, έως εξαφανίσεως, της οικονομικής ανεξαρτησίας των χωρών-μελών της Ε.Ε. Αυτό βεβαίως δεν το δηλώνει ρητώς, αλλά το επιδιώκει πεισματικά μονίμως επικαλούμενη τις αρχές της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων και ανθρώπων (αυτό το τελευταίο όχι τόσο πλέον). Η οικονομική ανεξαρτησία προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστον, ότι οι εθνικές Αρχές θα έχουν στη διάθεσή τους κάποια εργαλεία άσκησης πολιτικής. Τέτοια εργαλεία είναι είναι κατ’ εξοχήν η δυνατότητα ενίσχυσης τομέων της οικονομίας που κρίνονται επωφελείς για τα εθνικά συμφέροντα. Για παράδειγμα, πρέπει μια κυβέρνηση να μπορεί να ενισχύσει τη βιομηχανία της ή κάποιους τομείς της βιομηχανίας της. Πρέπει να μπορεί να εξασφαλίσει φτηνή και αξιόπιστη ενέργεια στις επιχειρήσεις της. Για να το κάνει αυτό, πρέπει να μπορεί να διατηρεί ζωντανό τον ανταγωνισμό στην τραπεζική αγορά. Ο ανταγωνισμός μεταξύ εμπορικών τραπεζών εξασφαλίζει ότι θα υπάρχουν τράπεζες διατεθειμένες να αναλάβουν ρίσκο και να χρηματοδοτούν όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που πληρούν τα κριτήρια δανεισμού. Αντιθέτως, η έλλειψη ανταγωνισμού ενισχύει το ένστικτο της αγέλης μεταξύ τραπεζών και ωθεί στην αποφυγή ανάληψης του παραμικρού τραπεζικού ρίσκου. Οι λίγες και μεγάλες τράπεζες δεν αισθάνονται μέρος της εθνικής οικονομίας, ταυτίζονται μάλλον με ένα διεθνές τραπεζικό οικοσύστημα που έχει αυτονομηθεί από την πραγματική οικονομία. Τέτοιες τράπεζες κολοσσοί δεν δανειοδοτούν εθνικά επενδυτικά σχέδια (η ευόδωση των οποίων θα τονώσει την οικονομία σε τοπικό επίπεδο), αλλά στηρίζονται μόνο σε ασφαλή income streams (προμήθειες, συναλλαγματικές εργασίες κ.ά.) που αποδίδουν κέρδη ακόμα κι όταν η οικονομία βρίσκεται σε βαθιά ύφεση.
Αυτός ο προβληματισμός ώθησε την ιταλική κυβέρνηση, που ενδιαφέρεται ειλικρινώς για την ιταλική οικονομία, να διακινδυνεύσει τη σύγκρουση με την Επιτροπή. Και στη Γερμανία προσπάθησε να εισέλθει η UniCredit πριν από έναν χρόνο και να εξαγοράσει την Commerzbank (στην οποία είχε χτίσει ένα μετοχικό ποσοστό 29%), όμως αντέδρασαν η διοίκηση της Commerzbank και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ακριβώς γιατί καταλαβαίνουν ότι αλλιώς δρα μια γερμανική τράπεζα και αλλιώς μια τράπεζα θυγατρική πολυεθνικής. Η γερμανική κυβέρνηση αντέδρασε εντονότατα και υποχρέωσε την UniCredit σε αναδίπλωση.
Εχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την τακτική της ιταλικής κυβέρνησης. Η Meloni εμφανίζεται σε κάποια θέματα βασιλικότερη του βασιλέως, π.χ., στην Ουκρανία, για να κερδίσει «πόντους» στις Βρυξέλλες, ενώ ταυτόχρονα, με διακριτικό τρόπο, προστατεύει την οικονομία της χώρας από το καταστροφικό μένος της Επιτροπής. Η άσκηση του «χρυσού βέτο» δείχνει την πολιτική σοφία που διαθέτει η ιταλική κυβέρνηση, κάτι που φαίνεται να αντανακλάται και στη βελτίωση των δεικτών της ιταλικής οικονομίας.
Μετά την αποτυχία της να εξαγοράσει την BCM και την Commerzbank στη Γερμανία, η UniCredit χαμήλωσε τον πήχη των προσδοκιών της και στράφηκε στην Ελλάδα. Εδώ βρήκε μια τελείως διαφορετική υποδοχή. Καταρχήν η ελληνική κυβέρνηση, ενδιαφερόμενη αποκλειστικά για το αφήγημα επιτυχίας που προσπαθεί να πουλήσει και στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, διερμήνευσε το ενδιαφέρον της UniCredit ως επιτυχία της πολιτικής της. Ούτε σκέψη δεν της πέρασε περί στρατηγικών τομέων της οικονομίας, περί προστασίας του ανταγωνισμού στην τραπεζική αγορά, περί δυνατότητας χειρισμών που η ίδια (ή έστω οι διάδοχοί της στο μέλλον) ίσως θελήσουν να κάνουν αξιοποιώντας το τραπεζικό μας σύστημα. Αλήθεια αναρωτήθηκε πώς θα μεταβάλει η εξαγορά της Alpha από την UniCredit τα κριτήρια χρηματοδότησης ελληνικών επιχειρήσεων; Το πρώτο που έπρεπε να αναλογιστεί είναι ότι η Alpha από ελληνική τράπεζα θα καταστεί βραχίονας, και μάλιστα δευτερεύων, ενός πολυεθνικού συστήματος που ενδιαφέρεται πρωτίστως για άλλες αγορές, όχι την ελληνική.
Οσο για τη διοίκηση της Alpha Bank, που επίσης θριαμβολόγησε, ας μην πούμε πολλά. Ξέρουν πολύ καλά ότι ο Andrea Orcel ήρθε εδώ έπειτα από δύο ηχηρότατες απορρίψεις και αν είχαν εθνικό φρόνημα, θα έπρεπε και οι ίδιοι να προτείνουν απόρριψη της πρότασης στους μετόχους της τράπεζας. Δεν χρειάζεται η Alpha Bank την UniCredit, και κεφαλαιακή επάρκεια έχει, και σημαντικό μερίδιο των χρηματοδοτήσεων της ελληνικής οικονομίας, και υγιή κερδοφορία και πολύ λίγα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε ο Γιάννης Κωστόπουλος (που απεβίωσε το 2021) αν ζούσε σήμερα και έβλεπε αυτή την εξέλιξη. Εχω τη γνώμη ότι θα τον στενοχωρούσε ιδιαίτερα.
Και στο κάτω κάτω γιατί η Ελλάδα να επισπεύδει στο θέμα της τραπεζικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης; Μας συμφέρει; Ας αφήσουμε τους Γερμανούς να το κάνουν πρώτοι ή τους Γάλλους. Θα πρότεινα στους κυβερνώντες, έστω και κατόπιν εορτής, να ακολουθήσουν το παράδειγμα της ιταλικής κυβέρνησης.
*Οικονομολόγος, με μακρά εμπειρία στο εξωτερικό
antonis1103@gmail.com
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 12/12/2025)





