Προβληματίζουν οι πρόσφατες δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή σχετικά με την αδυναμία της Ε.Ε. να αντιμετωπίσει τα «πλήγματα στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων», ειδικά αν συνδυαστεί με την εξίσου αιχμηρή τοποθέτηση ότι «οι δογματικές εμμονές και οι στενόμυαλες τεχνοκρατικές αντιλήψεις, όταν αγνοούν την κοινή λογική, οδηγούν πάντα σε λάθη».
ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΡΟΥΠΑ
Η ανάγνωση των δηλώσεων ενός πρώην πρωθυπουργού, που προέρχεται από το κόμμα που ασκεί κυβερνητική πολιτική σήμερα -εν μέσω του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ-, αναδεικνύει εμμέσως την αδυναμία της κυβέρνησης να διαπραγματευτεί τα αυτονόητα προς όφελος της χώρας.
Ξαφνικά το περιβάλλον αλλάζει. Οι διεθνείς εξελίξεις θέτουν τη συνοχή της Ε.Ε. υπό αμφισβήτηση. Σε τέτοιο βαθμό που εύλογα τίθεται το ερώτημα αν η «έλευση» Τραμπ αποτελεί το «πρόσχημα» για μια νέα αναδιάταξη εσωτερικής ισχύος των χωρών της Ε.Ε., με σαφή χαρακτηριστικά επιπλέον ισχυροποίησης μιας κλειστής ομάδας εις βάρος του συνόλου ή πορεία προς τη διάλυση.
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει εξαγγείλει την «Liberation Day» για την αμερικανική οικονομία. Η Ευρώπη, αν και θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένη, βρέθηκε ξαφνικά σε ένα άγνωστο περιβάλλον «προστατευτισμού». Ως επακόλουθο διαμορφώνονται οι αναγκαίες συνθήκες επαναχάραξης των εμπορικών αναπτυξιακών, οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών των χωρών της Ευρώπης. Κατά συνέπεια, η Ε.Ε. θα αναγκαστεί να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, γεγονός που θα φέρει νέες ισορροπίες στη βιομηχανία και τη μεταποίηση, προκαλώντας ευρύτερη αναδιάταξη πολιτικών, κοινωνικών και διακρατικών συσχετισμών.
Μπροστά στον κίνδυνο αυτό τώρα είναι η κατάλληλη περίοδος η κυβέρνηση να διαμορφώσει τη σχέση της χώρας με την Ε.Ε. σε νέα βάση, με πιο «αντιδραστικά» χαρακτηριστικά, με στόχο τη -μέσω ενισχυμένης διαπραγμάτευσης- επίτευξη των αναγκαίων προσαρμογών, με βάση τις ιδιαιτερότητες της χώρας και μόνον. Ισως βρισκόμαστε στο σημείο εκείνο καμπής όπου η χρήση του βέτο θα πρέπει να αποτελέσει το νέο δυναμικό στοιχείο στις «διεκδικήσεις» μας έναντι των εταίρων.
Καθίσταται αναγκαιότητα για τη χώρα μας η συμμετοχή της στη νέα εσωτερική διαπραγμάτευση με τα «όπλα» που τις δίδονται για τον επαναπροσδιορισμό -αν όχι τη μερική «ακύρωση»- των υφιστάμενων δεδομένων, βάσει των οποίων αναδεικνύονταν επί δεκαετίες η πολιτική της Ε.Ε. Οι έννοιες «κοινή βιομηχανική και αγροτική πολιτική», που σε κάθε περίπτωση δεν αναδείκνυαν παρά ελάχιστα κοινά οφέλη για όλα τα μέλη της Ε.Ε., θα χάσουν με ραγδαίους ρυθμούς την ισχύ τους στο υπό διαμόρφωση νέο περιβάλλον.
Η διαμόρφωση μιας ποιο «δυναμικής» διαπραγματευτικής τακτικής θα πρέπει να αξιολογηθεί με όρους «κόστους – οφέλους». Η περίοδος είναι κατάλληλη να γίνει μια συνολική αξιολόγηση του κατά πόσο τα οφέλη από τη μη εναρμόνιση με ορισμένες ευρωπαϊκές οδηγίες μη ευνοϊκές για τη χώρα καλύπτουν τα όποια πρόστιμα τυχόν επιβάλλονται για τη μη εναρμόνιση. Πιθανώς να αναδειχθεί το γεγονός ότι, αν αναλύσουμε σειρά μέτρων και κανόνων που προωθούνται από την Ε.Ε. εδώ και χρόνια, θα φανεί πως μεγάλος αριθμός των πολιτικών που προωθούνται δεν στοχεύουν στο συνολικό θετικό αποτύπωμα για όλες τις χώρες της Ε.Ε., αλλά για εκείνες που «ελέγχουν» τα κανάλια της γραφειοκρατίας.
Ας υποθέσουμε, κατά συνέπεια, ότι αλλάζουμε τακτική προσέγγιση ως χώρα. Εχει υπολογιστεί ποιο θα ήταν το κόστος της μη προσαρμογής της Ελλάδας προς οδηγίες της Ε.Ε.; Ποιο θα ήταν το όφελος της στάσης αυτής; Με δεδομένο ότι η ανάπτυξη της χώρας, ειδικά με τη νέα διεθνή πραγματικότητα, αποτελεί το διαχρονικό ζητούμενο. Πόσο επιβαρύνουν την ανάπτυξη της χώρας οι διάφορες οδηγίες, κανόνες και νόμοι που αποφασίζονται κατά πλειοψηφία με γνώμονα τα συμφέροντα των ισχυρών του Βορρά; Την ίδια στιγμή που οι εκπρόσωποί μας στα διεθνή φόρα μάλλον προάγουν την έννοια των «δημόσιων σχέσεων», παρά πολιτικές προς όφελος της χώρας.
Εχει αναλυθεί σε ποιο βαθμό το πεδίο των ψηφισμένων προσαρμογών συνολικά -χωρίς να αναδεικνύουν το εκσυγχρονιστικό στοιχείο, ούτε να συμβάλλουν ουσιαστικά στην ομογενοποίηση των λειτουργιών των κρατών- μελών- έρχονται σε αντίθεση με την υγιή αναπτυξιακή κουλτούρα της χώρας; Εχει προβληματιστεί κανείς διαχρονικά στις κυβερνήσεις σε ποιο βαθμό «επιβαλλόμενες» οδηγίες διαμορφώνουν πεδία συγκεντρωτισμού, κοινωνικών ανισορροπιών και αποκλεισμών;
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, μήπως για ένα τύπου ελληνικό «liberation day» έχει φθάσει ο καιρός να γίνει σε βάθος ανάλυση των πραγματικών επιπτώσεων των μέχρι σήμερα ευρωπαϊκών οδηγιών. Να γίνει η καταμέτρηση κόστους – οφέλους (cost – benefit), με στόχο η έννοια της διαπραγμάτευσης να αποκτήσει στοιχεία δυναμικής παρέμβασης. Αλλωστε, μετά τους υπό διαμόρφωση νέους όρους του παγκόσμιου εμπορίου, η συνολική επιβίωση της Ε.Ε. φαίνεται πλέον να μην αναδεικνύεται ως συλλογική στόχευση. «Περνάει» πλέον μέσα από την επιβίωση κάθε κράτους ξεχωριστά. Μέσα από την προώθηση συνθηκών και οδηγιών «διαπάλης» με τα πλέον αδύναμα κράτη.
Σε ενδεχόμενη τέτοια μέτρηση υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο να αναδειχτεί το οξύμωρο ότι δεν είναι λίγες οι φορές που οδηγίες αφαιρούσαν και αφαιρούν από μία εθνοκεντρική ανάπτυξη. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της αντιαναπτυξιακής χρήσης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Κατά συνέπεια, ο «εγκλωβισμός» των αναπτυξιακών πολιτικών της χώρας σε ένα έμμεσα επιβαλλόμενο από την Ε.Ε. περιβάλλον -ελλείψει ουσιαστικού αναπτυξιακού αφηγήματος- οδηγεί για άλλη μία φορά στην επιβεβαίωση του γεγονότος ότι για όλο τον Νότο το «Σύμφωνο Σταθερότητας» είναι εξαιρετικά περιοριστικό και πλέον ανεπίκαιρο.
Για να είναι δυνατή, όμως, η παραγωγική «αντιπαράθεση» εντός της Ε.Ε., θα έπρεπε η κυβέρνηση να είχε προσδιορίσει το διαπραγματευτικό της στίγμα πριν από χρόνια. Προκύπτουν κατά συνέπεια τα εξής ερωτήματα: Ποιες οι περιπτώσεις όπου η κυβέρνηση διαφοροποιήθηκε, διεκδικώντας ρυθμίσεις προς όφελος της χώρας και μόνον; Σε ποια σημεία χρησιμοποίησε το βέτο ως «εργαλείο διαπραγμάτευσης»; Πότε ενημερώνεται ο πολίτης για τις θέσεις της χώρας και πότε αυτές εισακούσθηκαν; Σε ποια πλατφόρμα ενημέρωσης παρατίθενται οι προτάσεις της χώρας που δεν «πέρασαν» και τους λόγους που αυτό έγινε; Ποιες προϋποθέσεις έθετε η κυβέρνηση μέχρι σήμερα προκειμένου να ψηφίσει θέσεις που απετέλεσαν ευρωπαϊκή πολιτική; Ποια αντισταθμιστικά οφέλη έλαβε για τη θετική της προσέγγιση επί των προτάσεων; Ερωτήματα για τα οποία ουδέποτε έχει υπάρξει ενημέρωση για να γνωρίζει ο πολίτης το βάθος της «διαπραγματευτικής διάθεσης» ή αδυναμίας της χώρας.
Καθίσταται πλέον εμφανές πως η μέχρι σήμερα στάση της χώρας ως προς τη διαμόρφωση των πλαισίων πολιτικής της Ε.Ε. πρέπει να αλλάξει ως προς το ύφος, αλλά και τους όρους διαπραγμάτευσης, που να αναδείξουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα προς όφελος της μακροπρόθεσμης αναπτυξιακής πορείας με όποιος τρόπους και «μεθοδεύσεις» έχει στα χέρια της η κυβέρνησης. Μόνο τότε ίσως ξεπεράσουμε τις αδυναμίες μας σε δεδομένη επόμενη διεθνή κρίση.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 12/12/2025)





