Με μια θηλιά η οποία θα σφίγγει διαρκώς για τον επιχειρηματικό κόσμο αλλά και για το σύνολο της οικονομίας, με αύξηση των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών κατά 3,7 δισ. το 2026 και κατά 14 δισ. ευρώ συνολικά έως το 2029 (όταν θα ισχύουν συνθήκες βραδύτερης ανάπτυξης και αρνητικής δημόσιας κατανάλωσης, καθώς οι επενδύσεις θα βιώσουν ελεύθερη πτώση μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης), μπαίνει στην τελική ευθεία ο νέος Προϋπολογισμός. Αρχίζει η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό του 2026 στη Βουλή, με στόχο την ψήφισή του έως τις 16 Δεκεμβρίου. Ωστόσο, το σχέδιο για την επόμενη χρονιά έχει ήδη ως «χαλί» τον πολυετή Προϋπολογισμό που φτάνει έως το 2029 και κάνει ξεκάθαρο ότι περιθώρια για παροχές δεν υπάρχουν, παρά μόνο κάποια ψίχουλα προς διάθεση (επισήμως από το 2027 ένα πακέτο περί τα 900 εκατ. ευρώ), αν το επιτρέψουν οι υπόλοιπες δημοσιονομικές συνθήκες και με κύριο «άγνωστο Χ» το θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η κυβέρνηση διαλαλεί το συνολικό κόστος των δημοσιονομικών παρεμβάσεων που έχουν νομοθετηθεί ή ανακοινωθεί για την περίοδο 2025-2027 (ανέρχεται σε 3,04 δισ. ευρώ για το 2025, αυξανόμενο σε 5,94 δισ. ευρώ το 2026 και σε 7,94 δισ. ευρώ σωρευτικά έως και το 2027). Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν πως τα ίδια χρόνια τα υψηλά χαράτσια προκαλούν μία πολύ μεγαλύτερη αφαίμαξη που καταλήγει το 2026 σε 14,2 δισ. ευρώ περισσότερα έσοδα στα κρατικά ταμεία από εισπράξεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.
Αναλυτικά, οι ασφαλιστικές εισφορές που επιβαρύνουν τους εργαζομένους και την επιχειρηματικότητα (χωρίς καμία ένδειξη νέας ελάφρυνσης πέραν όσων έχουν εξαγγελθεί) θα είναι υψηλότερες κατά 1,2 δισ. ευρώ το 2026 και το 2029 θα είναι αυξημένες συνολικά κατά 3,38 δισ. ευρώ. Οι φόροι αυξάνονται επιπλέον κατά 2,5% τον επόμενο χρόνο και συνολικά κατά 10,7 δισ. ευρώ. Είναι ενδιαφέρον, επιπλέον, ότι τα νομικά πρόσωπα επιβαρύνονται περισσότερο με άνοδο φόρων κατά 3,4 δισ. ευρώ στα 11,2 δισ. ευρώ έως το 2029, από 7,7 δισ. ευρώ που αναμένονται φέτος στα κρατικά ταμεία. Αλλά και οι φόροι εισοδήματος φυσικών προσώπων, που περιλαμβάνουν τους ελεύθερους επαγγελματίες και τα χαράτσια που επιβλήθηκαν, αυξάνονται επιπλέον κατά 2,7 δισ. ευρώ και κατά 4,5 δισ. ευρώ αυξάνονται οι έμμεσοι φόροι.
Η επιβράδυνση
Στον αντίποδα, το πραγματικό ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2026 προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,4% σε ετήσια βάση, παρά το γεγονός ότι μιλάμε για το έτος ολοκλήρωσης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, κατά το οποίο αναμενόταν η Ελλάδα να εκπλήξει σε αναπτυξιακή δυναμική. Εν συνεχεία, η πορεία είναι πτωτική, με επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στο 1,7% το 2027 (λόγω των κονδυλίων του ΕΣΠΑ που θα πρέπει και αυτό με τη σειρά του να τρέξει), αλλά και στο 1,3% λίγο πριν από το τέλος της δεκαετίας.
Καθώς όλη η ανάπτυξη του 2026 βασίζεται σε άνοδο των επενδύσεων, λόγω των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου προβλέπεται να αυξηθεί κατά 10,2%, έναντι 5,7% το 2025 (σε ονομαστικούς όρους, οι επενδύσεις στην Ελλάδα προβλέπεται το 2026 να ανέλθουν σε ποσοστό 17,7% του ΑΕΠ, έναντι 16,4% το 2025). Στη συνέχεια, ωστόσο, οι επενδύσεις αναμένεται να έχουν άλλη πορεία: το 2027 αναμένεται άνοδος 4,1% και την επόμενη διετία μόνο κατά 0,8%-0,9%.
Το 2026 η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,7% και η δημόσια κατανάλωση κατά 0,7%. Ουσιαστικά η ιδιωτική κατανάλωση θα είναι αυτή που θα στηρίζει όσο είναι δυνατόν την ανάπτυξη με ρυθμό ανόδου βραδύτερο μεν, αλλά ανώτερο του 1,2% έως το τέλος της περιόδου.
Δεν ισχύει το ίδιο για τη δημόσια κατανάλωση, η οποία αναμένεται στη συνέχεια να φθίνει (με μείωση 1,1% το 2027), αφού τελειώνουν οι πολλές δημόσιες επενδύσεις. Εν συνεχεία, η εκτίμηση είναι για μηδενική μεταβολή της δημόσιας κατανάλωσης.
Η μεγαλύτερη πληγή, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι ο πληθωρισμός δεν θα ακολουθήσει την ίδια πορεία. Βάσει του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή αναμένεται να ανέλθει σε 2,6% το 2025 και να αποκλιμακωθεί σε 2,2% το 2026. Αλλά στη συνέχεια θα παραμείνει σε αυτά τα επίπεδα. Για να επιταχυνθεί σε 2,3% τη διετία 2028 2029, ροκανίζοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και το διαθέσιμο εισόδημα που θα συρρικνώνει τη δυνατότητα για εγχώρια κατανάλωση.
Κυβερνητική εστίαση στις διεθνείς απειλές, αγνοώντας τις εγχώριες δυσκολίες
Επισήμως στον πολυετή Προϋπολογισμό αναφέρονται οι κίνδυνοι. Προφανώς δεν υπάρχει καμία αναφορά στο νέο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και στις επιπτώσεις που ήδη φαίνονται όχι μόνο στο δημοσιονομικό πεδίο, αλλά και στην πραγματική οικονομία λόγω των κινητοποιήσεων, αλλά και στο μέτωπο του Ταμείου Ανάκαμψης και του κινδύνου που υπάρχει σε περίπτωση που δεν ολοκληρωθούν όλα τα έργα.
Η κυβέρνηση επικεντρώνεται στους διεθνείς κινδύνους, μιλώντας για όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων, πιθανή παρέκκλιση από τη δασμολογική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. ή άλλη αποσταθεροποίηση των όρων του διεθνούς εμπορίου, μεγαλύτερη του αναμενόμενου επίπτωση των δασμών στην παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία, εντονότερη εκδήλωση των φαινομένων κλιματικής αλλαγής και περίπτωση καθυστέρησης της πραγματοποίησης προγραμματιζόμενων επενδύσεων. Παράλληλα, εκτιμά πως η ανατίμηση του ευρώ ενέχει κινδύνους για το εξωτερικό ισοζύγιο και την ανταγωνιστικότητα στην Ευρωζώνη, ενώ η εφαρμογή περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής σε μεγάλες οικονομίες της Ε.Ε. ενδέχεται να επιδράσει αρνητικά στην εξωτερική ζήτηση.
Πιο σαφές, ωστόσο, είναι το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο στη γνώμη που οφείλει να κοινοποιήσει βάσει των κανόνων της Ε.Ε. «Η περαιτέρω αύξηση των επενδύσεων σε υποδομές και η βελτίωση του θεσμικού, δικαστικού, δημόσιου διοικητικού πλαισίου θα συνεισφέρουν θετικά στην ανάπτυξη» επισημαίνει. Παράλληλα, «η προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που ενισχύουν τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση του πληθωρισμού κοντά στον στόχο του 2%, επίπεδο κρίσιμο τόσο για τη σταθερότητα της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών όσο και για τη διαφύλαξη της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας» εκτιμά.
Εξηγεί πως «η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις». Βάζει στο τραπέζι και τρεις κρίσιμες τάσεις: τις δημογραφικές εξελίξεις, τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και την κλιματική αλλαγή.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2025)





