Η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης-Πελοποννήσου έχει εξοικονομήσει πάνω από 700 εκατ. ευρώ για τους καταναλωτές από το 2021 μέχρι σήμερα, επιβεβαιώνοντας τα σημαντικά οικονομικά οφέλη των νησιωτικών διασυνδέσεων που υλοποιεί ο ΑΔΜΗΕ.
Η πρώτη σύνδεση της Κρήτης με το ηπειρωτικό σύστημα ενεργοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2021 και από τότε έχει μειώσει σημαντικά την ανάγκη για ηλεκτροπαραγωγή από τοπικές θερμικές μονάδες που χρησιμοποιούσαν πετρέλαιο diesel. Οι μονάδες αυτές είχαν χαμηλούς βαθμούς απόδοσης, υψηλό κόστος λειτουργίας και μεγαλύτερες εκπομπές ρύπων.
Με βάση τα αθροιστικά οικονομικά οφέλη των 700 εκατ. ευρώ, η διασύνδεση, που αποτελεί το μεγαλύτερο υποβρύχιο καλωδιακό έργο υψηλής τάσης AC παγκοσμίως, έχει ουσιαστικά αποσβεστεί σχεδόν δύο φορέςμέσα σε μόλις τεσσεράμισι έτη.
Η ηλεκτροδότηση της Κρήτης από το ηπειρωτικό σύστημα συνέβαλε επίσης στη μείωση του βάρους στον Ειδικό Λογαριασμό ΥΚΩ (ΕΛΥΚΩ), ιδιαίτερα κατά την ενεργειακή κρίση των προηγούμενων ετών. Η υποκατάσταση των μονάδων πετρελαίου diesel εξοικονόμησε τουλάχιστον 120 εκατ. ευρώ την περίοδο που οι τιμές του φυσικού αερίου και του αργού πετρελαίου είχαν αυξηθεί σημαντικά, με αντίστοιχη αύξηση στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Από τις αρχές του 2026, με την τροφοδότηση της Κρήτης αποκλειστικά μέσω των δύο διασυνδέσεων – με την Αττική και την Πελοπόννησο – και τη συμβολή της τοπικής παραγωγής από ΑΠΕ, η τοπική συμβατική ηλεκτροπαραγωγή θα περιοριστεί ουσιαστικά σε ελάχιστες ημέρες με πολύ υψηλή ζήτηση.
Η ταυτόχρονη λειτουργία των δύο διασυνδέσεων αναμένεται να πολλαπλασιάσει το οικονομικό όφελος, φτάνοντας στα 400-600 εκατ. ευρώ ετησίως έως το 2035. Σε αυτό περιλαμβάνεται το κόστος 40-60 εκατ. ευρώ για τη διατήρηση τοπικών μονάδων σε κατάσταση “ψυχρής εφεδρείας”, για την κάλυψη έκτακτων αναγκών. Το καθαρό όφελος για τους καταναλωτές θα ξεπερνά τα 400 εκατ. ευρώ κάθε χρόνο, ακόμη και μετά την απόσβεση των έργων μέσω των Χρεώσεων Χρήσης Συστήματος στους λογαριασμούς ρεύματος.
Η διασύνδεση Κρήτης-Πελοποννήσου αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς για την οικονομική και περιβαλλοντική αποδοτικότητα των ενεργειακών έργων μεγάλης κλίμακας στην Ελλάδα, ενισχύοντας τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο και ασφαλές ενεργειακό σύστημα.





