Αύξηση άνω των οκτώ δισ. ευρώ φέρνουν το 2026 οι φόροι και τα ευρωπαϊκά κονδύλια στον Κρατικό Προϋπολογισμό, με τον συνδυασμό τους να φουσκώνει τον «κουμπαρά» των εσόδων σε νέα επίπεδα. Τα φορολογικά έσοδα ανεβαίνουν περίπου στα 65,6 δισ. ευρώ, ενώ οι εισροές από ευρωπαϊκά κονδύλια που περνούν μέσα από τον Προϋπολογισμό ξεπερνούν τα 15 δισ.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Στα χαρτιά, τα μεγέθη δίνουν την εικόνα μιας οικονομίας με αναπτυξιακή δυναμική. Στην πράξη η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Παρά τις αλλαγές στη φορολογική κλίμακα, ο κορμός των εσόδων συνεχίζει να προέρχεται από φόρους και δη έμμεσους και από ταμειακές ροές των Βρυξελλών, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα πόσο ανθεκτική θα είναι η δημοσιονομική ισορροπία όταν οι συνθήκες γίνουν λιγότερο ευνοϊκές.
Σε σχέση με το 2025, τα συνολικά μη χρηματοοικονομικά έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού ανεβαίνουν από περίπου 75,5 δισ. σε 80,2 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης έρχεται από τους φόρους, που ενισχύονται κατά περίπου 3,5 δισ. ευρώ. Η φορολογική κλίμακα προσαρμόστηκε, με ελάφρυνση σε ορισμένα κλιμάκια, όμως ο βασικός μηχανισμός δεν αλλάζει. Το κράτος εξακολουθεί να εισπράττει ισχυρά έσοδα από την κατανάλωση και τα δηλωμένα εισοδήματα, μέσω παρακρατήσεων και προκαταβολών.
Ως εκ τούτου, ο φορολογούμενος της μεσαίας τάξης βλέπει τη μία τσέπη να ανακουφίζεται ελαφρά μέσω της νέας κλίμακας, αλλά την άλλη να αδειάζει μέσω ΦΠΑ, ειδικών φόρων κατανάλωσης και επιβαρύνσεων στην ενέργεια και στα καύσιμα. Σε όρους καθημερινότητας, το κύριο βάρος πέφτει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο καυσίμων και στον λογαριασμό ρεύματος.
Αναλυτικά, οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών φτάνουν το 2026 τα 36,2 δισ. ευρώ, με τον ΦΠΑ να αγγίζει σχεδόν τα 29,2 δισ. Πάνω από 16,5 δισ. προέρχονται από δηλώσεις μέσω ΔΟΥ και περίπου 8,2 δισ. από τα τελωνεία, τα οποία καταγράφουν το βάρος των εισαγωγών σε καύσιμα, οχήματα και άλλα προϊόντα. Σε αυτά προστίθενται τα έσοδα από το ψηφιακό τέλος συναλλαγής και μια σειρά ειδικών επιβαρύνσεων σε ασφαλιστικές εργασίες, διαφημίσεις και άλλες υπηρεσίες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης σε καύσιμα, καπνικά και αλκοολούχα, που ξεπερνούν αθροιστικά τα 7,3 δισ. ευρώ. Πρόκειται για φόρους οι οποίοι επιβαρύνουν ξεκάθαρα το καλάθι του νοικοκυριού σε κάθε λίτρο βενζίνης και σε κάθε πακέτο τσιγάρα που αγοράζεται από τους καταναλωτές.
Ενίσχυση εσόδων από τον φόρο εισοδήματος
Στον φόρο εισοδήματος το Δημόσιο βλέπει, επίσης, ενίσχυση των εσόδων, παρά τη φορολογική μεταρρύθμιση. Τα συνολικά έσοδα ξεπερνούν τα 24,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων σχεδόν 15 δισ. προέρχονται από φυσικά πρόσωπα. Ο φόρος στους μισθούς διαμορφώνεται γύρω στα 6,4 δισ. και στις συντάξεις στα 2,2 δισ., ενώ το υπόλοιπο καλύπτεται από λοιπά εισοδήματα, παροχές σε είδος και παρακρατήσεις σε επαγγελματίες και εισοδήματα από ενοίκια. Ο φόρος εισοδήματος των νομικών προσώπων, που ακολουθεί την κερδοφορία των επιχειρήσεων, συμπληρώνει το παζλ.
Η νέα κλίμακα δίνει μια πιο φιλική κατεύθυνση για συγκεκριμένες ομάδες, αλλά ο συνολικός λογαριασμός των φορολογικών εσόδων αυξάνεται για το κράτος. Αν συνυπολογιστούν οι υψηλοί έμμεσοι φόροι, η φορολογική πίεση στους φορολογουμένους έχει αμελητέες μεταβολές.
Αυξάνονται οι κοινοτικές ροές κονδυλίων, παραμένει η «εξάρτηση»
Στο σκέλος των εσόδων από ευρωπαϊκά κονδύλια, η εικόνα είναι εξίσου εντυπωσιακή, αλλά και εδώ η εξάρτηση είναι εμφανής. Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων από την Ευρωπαϊκή Ενωση φτάνουν περίπου τα 10,5 δισ. ευρώ το 2026, εκ των οποίων περίπου 6,2 δισ. προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, μπαίνοντας στο τελευταίο του έτος, και τα υπόλοιπα από τα διαρθρωτικά και αγροτικά ταμεία. Αν προστεθούν οι τρέχουσες μεταβιβάσεις και τα δάνεια από το Ταμείο Ανάκαμψης και το αμυντικό πρόγραμμα SAFE, που προσεγγίζουν τα 4,7 δισ., το συνολικό πακέτο ξεπερνά τα 15,2 δισ. ευρώ.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε πρόσφατες εκθέσεις της, έχει επισημάνει ότι η Ελλάδα είναι δυσανάλογα εξαρτημένη από τα ευρωπαϊκά κονδύλια σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Το μεγαλύτερο μέρος της πρόσθετης ανάπτυξης των τελευταίων ετών αποδίδεται ακριβώς στην εισροή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και από τα διαρθρωτικά ταμεία. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα επιταχύνει όσο ρέει το ευρωπαϊκό χρήμα, αλλά εκτίθεται σε κίνδυνο, όταν ο κύκλος αυτών των προγραμμάτων κλείνει, αφήνοντας ενδεχομένως ένα επενδυτικό κενό, ή όταν υπάρξουν καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων και μεταρρυθμίσεων.
Ο Προϋπολογισμός του 2026 αποτυπώνει, έτσι, μια διπλή εξάρτηση. Από τη μία πλευρά, η φορολογία -με κυρίαρχο ρόλο των έμμεσων φόρων και σταθερά υψηλή συμμετοχή του φόρου εισοδήματος- παραμένουν η βασική πηγή εσόδων του Ελληνικού Δημοσίου. Από την άλλη, τα ευρωπαϊκά κονδύλια λειτουργούν ως ισχυρό αλλά χρονικά συγκεκριμένο και επισφαλές «καύσιμο» για τις δημόσιες επενδύσεις και την ανάπτυξη. Και παρά το γεγονός ότι οι δύο αυτοί παράγοντες βοηθούν τα κρατικά ταμεία να παραμένουν γεμάτα, το ζητούμενο είναι αν την επόμενη μέρα η οικονομία θα μπορεί να στηριχθεί λιγότερο στις «πατερίτσες» των φόρων και των Βρυξελλών και περισσότερο στην ίδια της την παραγωγικότητα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 28/11/2025)





