Την ώρα που στην Ελλάδα οι σιδηροδρομικές μεταφορές βρίσκονται διαχρονικά στην τελευταία θέση στη λίστα των κυβερνητικών προτεραιοτήτων, καθώς επιλέχθηκε να ενισχυθούν οι εθνικοί εργολάβοι κατασκευής και διαχείρισης των αυτοκινητοδρόμων, ενίοτε με τραγικά αποτελέσματα, η Ευρώπη αλλάζει σελίδα.
Του Μάκη Ντόβολου
Προ μερικών ημερών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το νέο σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας, το οποίο προβλέπει τη σύνδεση των μεγάλων ευρωπαϊκών κόμβων με ταχύτητες 200 km/h και άνω, οδηγώντας στη δημιουργία ενός ταχύτερου, πιο διαλειτουργικού και καλύτερα συνδεδεμένου ευρωπαϊκού δικτύου έως το 2040.
Ο στόχος είναι να μειωθούν οι χρόνοι ταξιδιού και να καταστούν οι σιδηρόδρομοι μια πιο ελκυστική εναλλακτική λύση έναντι των αεροπορικών ταξιδιών μικρών αποστάσεων και των ταξιδιών μεγάλων αποστάσεων με αυτοκίνητο, αυξάνοντας έτσι τον αριθμό των επιβατών και ενισχύοντας τις περιφερειακές οικονομίες και τον τουρισμό.
Πέρα από τους μικρότερους χρόνους ταξιδιού, το σχέδιο έχει ως στόχο να διευκολύνει τις εμπορευματικές μεταφορές αλλά και τη στρατιωτική κινητικότητα εντός της Ευρώπης.
Πόσο θα μειωθούν οι χρόνοι ταξιδιού μετά την εφαρμογή του σχεδίου; Στο μέλλον θα είναι δυνατόν να ταξιδέψετε από το Ταλίν στη Ρίγα σε 1 ώρα 45 λεπτά και από τη Ρίγα στο Βίλνιους σε περίπου 2 ώρες (σήμερα 6 ώρες και 10 λεπτά και 4 ώρες και 10 λεπτά, αντίστοιχα).
Στην κεντρική Ευρώπη, οι χρόνοι ταξιδιού από το Βερολίνο στη Βιέννη μέσω Πράγας θα μειωθούν περισσότερο από 8 ώρες, στις 4 ώρες και 30 λεπτά. Στη νοτιοανατολική Ευρώπη, οι χρόνοι ταξιδιού μεταξύ Σόφιας και Αθήνας θα διαρκέσουν 6 ώρες, αντί για 13 ώρες και 40 λεπτά, ενώ η Βουδαπέστη θα συνδεθεί με το Βουκουρέστι σε 6 ώρες και 15 λεπτά, αντί για 15 ώρες σήμερα. Στα νοτιοδυτικά,, οι χρόνοι ταξιδιού μεταξύ Μαδρίτης και Λισαβόνας θα μειωθούν από 9 ώρες σήμερα σε περίπου 3 ώρες και τα ταξίδια μεταξύ Μαδρίτης και Παρισιού από 9 ώρες σε 6 ώρες. Στον Βορρά, οι χρόνοι ταξιδιού μεταξύ Κοπεγχάγης και Βερολίνου θα μειωθούν από 7 ώρες σε 4 ώρες. Στον Νότο, οι χρόνοι ταξιδιού μεταξύ Μονάχου και Ρώμης θα μειωθούν από τις 9.30 ώρες στις 6 ώρες.
Οι νέες διασυνοριακές συνδέσεις θα επιτρέψουν επίσης ταχύτερες και απλούστερες διαδρομές, όπως Παρίσι – Λισαβόνα μέσω Μαδρίτης, και βελτιωμένη συνδεσιμότητα μεταξύ των πρωτευουσών της Βαλτικής.
Για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου η Επιτροπή προτείνει τέσσερις βασικούς άξονες δράσης:
– Εξάλειψη των διασυνοριακών σημείων συμφόρησης μέσω δεσμευτικών χρονοδιαγραμμάτων που θα καθοριστούν έως το 2027 και προσδιορισμός επιλογών για υψηλότερες ταχύτητες, συμπεριλαμβανομένων ταχυτήτων άνω των 250 km/h, όταν θα είναι οικονομικά βιώσιμες.
– Ανάπτυξη συντονισμένης στρατηγικής χρηματοδότησης, η οποία θα οδηγήσει σε συμφωνία για την κινητοποίηση των απαιτούμενων επενδύσεων.
– Ενίσχυση των διασυνοριακών συστημάτων έκδοσης εισιτηρίων και κρατήσεων, στήριξη μιας αγοράς μεταχειρισμένων οχημάτων για τροχαίο υλικό, επιτάχυνση της ανάπτυξης των συστημάτων ψηφιακής διαχείρισης της Ε.Ε. και προώθηση της έρευνας και της ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, οι προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με την έκδοση εισιτηρίων και τα δικαιώματα των επιβατών, που έχουν προγραμματιστεί για τις αρχές του 2026, θα συμβάλουν στο να καταστούν οι σιδηρόδρομοι υψηλής ταχύτητας η εύκολη, προφανής και ελκυστική επιλογή για τους ταξιδιώτες.
Φιλόδοξο δίκτυο, με κόστος που θα ξεπεράσει τα 500 δισ. ευρώ

Η κατασκευή και η αναβάθμιση των σιδηροδρομικών υποδομών υψηλής ταχύτητας απαιτούν σημαντικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η ολοκλήρωση του σχεδιαζόμενου δικτύου υψηλής ταχύτητας έως το 2040 θα κοστίσει περίπου 345 δισ. ευρώ, ενώ ένα πιο φιλόδοξο δίκτυο που θα λειτουργεί με πολύ υψηλές ταχύτητες (πολύ πάνω από 250 χλμ./ώρα) θα μπορούσε να κοστίσει έως και 546 δισ. ευρώ έως το 2050.
Η δημόσια χρηματοδότηση από μόνη της δεν θα είναι αρκετή για να καλύψει τις σημαντικές επενδυτικές ανάγκες. Ωστόσο, θα απαιτηθεί χρηματοδότηση από την Ε.Ε. για την αξιοποίηση της χρηματοδότησης από άλλες δημόσιες και ιδιωτικές πηγές. Ειδικότερα, η ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου υψηλής ταχύτητας θα απαιτήσει ιδιωτικές επενδύσεις, καθώς και δάνεια και εγγυήσεις από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και οι εθνικές αναπτυξιακές τράπεζες και ιδρύματα.
Η Επιτροπή θα αναπτύξει στρατηγική χρηματοδότησης και θα αρχίσει στρατηγικό διάλογο με τα κράτη-μέλη, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και άλλους βασικούς ενδιαφερόμενους φορείς για τη γεφύρωση του επενδυτικού χάσματος. Μια «σιδηροδρομική συμφωνία υψηλής ταχύτητας», που θα συμφωνηθεί το 2026, θα καθορίσει κοινές δεσμεύσεις για την κινητοποίηση πόρων σε όλους αυτούς τους φορείς.
Υπάρχουν ήδη παραδείγματα σιδηροδρομικών έργων υψηλής ταχύτητας που χρηματοδοτούνται μέσω μεικτής χρηματοδότησης. Στην Ιταλία, η ανάπτυξη εγγυήσεων επιδόσεων που υποστηρίζονται από το InvestEU και τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διασφάλιση της χρηματοδότησης της σιδηροδρομικής σύνδεσης υψηλής ταχύτητας Παλέρμο – Κατανίας.
Η Πορτογαλία επωφελήθηκε επίσης από αυτή τη μεικτή προσέγγιση, με το έργο υψηλής ταχύτητας (ΣΔΙΤ) Λισαβόνας – Πόρτο να λαμβάνει επιχορήγηση από τον μηχανισμό Συνδέοντας την Ευρώπη και δάνειο της ΕΤΕπ, με την εγγύηση του InvestEU.
Επίσης, το σχέδιο προβλέπει ισχυρότερες συνδέσεις μεταξύ των σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας και άλλων τρόπων μεταφοράς, ώστε οι διαδρομές να είναι ομαλότερες και πιο αξιόπιστες. Εως το 2030 όλοι οι μεγάλοι αερολιμένες της Ε.Ε. που εξυπηρετούν περισσότερους από 12 εκατ. επιβάτες θα πρέπει να συνδεθούν με σιδηρόδρομο μεγάλων αποστάσεων ή υψηλής ταχύτητας. Η Επιτροπή θα αξιολογήσει τη συνδεσιμότητα 40 μεγάλων αερολιμένων και θα προωθήσει βέλτιστες πρακτικές για την ολοκλήρωση. Η Επιτροπή θα αναλύσει, επίσης, τους πολυτροπικούς κόμβους στις πόλεις για να εντοπίσει τρόπους ενσωμάτωσης των σιδηροδρομικών δικτύων μεγάλων αποστάσεων και υψηλής ταχύτητας σε άλλες μορφές δημόσιων μεταφορών, ποδηλασίας και κοινής κινητικότητας.
Επένδυση που προσδίδει σημαντικά οφέλη σε επιχειρήσεις και βιομηχανία
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι σιδηρόδρομοι υψηλής ταχύτητας αποτελούν στρατηγική επένδυση στη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Οι καλύτερες και ταχύτερες σιδηροδρομικές συνδέσεις διευκολύνουν την ανάπτυξη των επιχειρήσεων πέραν των εθνικών συνόρων. Οι συνδέσεις υψηλής ταχύτητας μεταξύ μεγάλων πόλεων μειώνουν τον χρόνο ταξιδιού και βελτιώνουν την πρόσβαση σε προμηθευτές, πελάτες και εργαζομένους. Αυτό στηρίζει τη διασυνοριακή συνεργασία, βοηθά τις επιχειρήσεις να επεκταθούν και ενισχύει την περιφερειακή ανταγωνιστικότητα.
Οπως επισημαίνεται στην έκθεση Letta, τα κενά στις υποδομές εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό εμπόδιο για μια πραγματικά ολοκληρωμένη ενιαία αγορά. Η ενίσχυση των φυσικών συνδέσεων μεταξύ των μεγάλων πόλεων στηρίζει την ανάπτυξη, την καινοτομία και την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Είναι σημαντικό να καταστεί η Ευρώπη ισχυρότερη σε παγκόσμιο επίπεδο και να διασφαλιστεί ότι όλες οι περιφέρειες και οι επιχειρήσεις μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτήν την οικονομική ανάπτυξη.
Επίσης, η Επιτροπή θα προωθήσει την έρευνα και την ανάπτυξη της επόμενης γενιάς τροχαίου υλικού υψηλών ταχυτήτων που κατασκευάζεται στην Ευρώπη και θα εξορθολογίσει τις διαδικασίες για την τεχνική έγκρισή τους. Από κοινού, τα βήματα αυτά θα δημιουργήσουν μια πιο δυναμική και ανοικτή ευρωπαϊκή σιδηροδρομική αγορά που θα προσφέρει οικονομικά προσιτές υπηρεσίες στους πολίτες. Τα μέτρα θα ενισχύσουν επίσης την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών προϊόντων στις παγκόσμιες αγορές.
Θεσμικές ρυθμίσεις της Ε.Ε. για να διατηρηθούν ανταγωνιστικές οι τιμές
Οι σιδηρόδρομοι υψηλής ταχύτητας πρέπει να είναι ανταγωνιστικοί και οικονομικά προσιτοί. Ο ανταγωνισμός, όπως παρατηρείται σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία, έχει οδηγήσει σε μείωση των τιμών και αύξηση του αριθμού των επιβατών. Οι ανταγωνιστικές σιδηροδρομικές μετακινήσεις απαιτούν καλά χρηματοδοτούμενες και καλά συντηρημένες υποδομές, τις οποίες η Επιτροπή θα στηρίξει μέσω της στρατηγικής χρηματοδότησής της.
Για να εξασφαλιστούν ανταγωνιστικές και οικονομικά προσιτές υπηρεσίες, η Επιτροπή θα αντιμετωπίσει επίσης τους φραγμούς στις υποδομές -εμπορικούς και τεχνικούς-, συμπεριλαμβανομένης της διαθεσιμότητας τροχαίου υλικού και της πρόσβασης σε εγκαταστάσεις εξυπηρέτησης. Η άρση αυτών των φραγμών θα επιτρέψει σε νέες εταιρίες να εισέλθουν στην αγορά σιδηροδρομικών υπηρεσιών.
Η Επιτροπή ενθαρρύνει επίσης τη διατήρηση των τελών υποδομής για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις σε επίπεδο που να επιτρέπει στους σιδηροδρόμους να ανταγωνίζονται άλλους τρόπους μεταφοράς.
Επίσης, η Επιτροπή προετοιμάζει νομοθετική πρόταση με στόχο να διευκολύνει τους επιβάτες να βρίσκουν και να αγοράζουν εισιτήρια για ταξίδια που συνδυάζουν υπηρεσίες από διαφορετικούς μεταφορείς. Η αγορά εισιτηρίου τρένου για διασυνοριακά ταξίδια παραμένει δύσκολη για τους επιβάτες. Οι διαδρομές μπορεί να είναι δύσκολο να συνδυαστούν και οι επιβάτες συχνά δεν προστατεύονται επαρκώς εάν χάσουν μια ανταπόκριση λόγω ακυρωμένου δρομολογίου ή καθυστερημένου τρένου.
Στόχος είναι να αυξηθούν οι επιλογές των επιβατών και η ψηφιακή πρόσβαση σε όλα τα εισιτήρια, καθώς και να καταστούν διαθέσιμα περισσότερα σιδηροδρομικά εισιτήρια σε μεγάλες πλατφόρμες έκδοσης εισιτηρίων, μεταξύ άλλων, από μικρότερες σιδηροδρομικές εταιρίες. Η πρόταση αυτή, η οποία έχει προγραμματιστεί για τις αρχές του 2026, θα πρέπει να συμπληρωθεί με στοχευμένη αναθεώρηση του κανονισμού για τα δικαιώματα των επιβατών σιδηροδρομικών μεταφορών, διασφαλίζοντας ότι οι επιβάτες που αγοράζουν το εισιτήριό τους με μία μόνο συναλλαγή σε μία πλατφόρμα προστατεύονται για ολόκληρο το ταξίδι, ανεξάρτητα από τον αριθμό των αερομεταφορέων ή των χωρών που συμμετέχουν.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2Ο25)





