Η Ελλάδα μπαίνει στη συζήτηση για τη νέα ευρωπαϊκή φορολογία στα καύσιμα με έντονο προβληματισμό. Η κυβέρνηση επισημαίνει ότι το προτεινόμενο πλαίσιο της Κομισιόν μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές πιέσεις στην οικονομία, ειδικά σε μια περίοδο όπου το ενεργειακό κόστος παραμένει ψηλά και η ελληνική αγορά στηρίζεται σε τομείς που εξαρτώνται άμεσα από τις μεταφορές.
Ο πρώτος άξονας ανησυχίας αφορά το κόστος ζωής. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη ανάμεσα στις χώρες με τους υψηλότερους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καυσίμων. Η νέα περιβαλλοντική ιεράρχηση που προτείνει η ΕΕ κινδυνεύει να μεταφέρει πρόσθετο βάρος στα νοικοκυριά, σε μια οικονομία όπου οι καθημερινές μετακινήσεις, η θέρμανση και η διακίνηση προϊόντων συνδέονται στενά με τις τιμές των καυσίμων.
Δεύτερος πυλώνας ανησυχίας είναι ο τουρισμός και οι μεταφορές. Η σταδιακή κατάργηση φοροαπαλλαγών σε αεροπορικά και θαλάσσια καύσιμα επηρεάζει άμεσα κλάδους που αποτελούν βασικούς μοχλούς της ελληνικής οικονομίας. Οι επιχειρήσεις του τουρισμού και της ναυτιλίας εκτιμούν ότι το κόστος λειτουργίας μπορεί να αυξηθεί σημαντικά, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα της χώρας σε διεθνές επίπεδο.
Τρίτον, ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι περιφερειακές και νησιωτικές περιοχές. Οι μεγάλες αποστάσεις, οι θαλάσσιες μεταφορές και η ενεργειακή εξάρτηση καθιστούν τις περιοχές αυτές περισσότερο εκτεθειμένες σε νέες επιβαρύνσεις. Η αύξηση του κόστους καυσίμων μπορεί να οδηγήσει σε ανατιμήσεις προϊόντων και υπηρεσιών, επηρεάζοντας καταναλωτές και τοπικές επιχειρήσεις.
Τέλος, η Αθήνα τονίζει ότι η επιβολή ενιαίων κανόνων σε όλα τα κράτη–μέλη δεν λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές δυνατότητες και ανάγκες των οικονομιών. Η ενεργειακή μετάβαση βρίσκεται σε διαφορετικά στάδια σε κάθε χώρα, και η Ελλάδα ζητά να υπάρξουν μεταβατικές περίοδοι και ειδικές πρόνοιες ώστε να μην προκύψουν αναπτυξιακές ασυμμετρίες.
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΙΟΝ
Στον πυρήνα της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας βρίσκεται η αναθεώρηση της Οδηγίας για τη Φορολογία Ενεργειακών Προϊόντων. Η Κομισιόν προτείνει ένα νέο, κοινό πλαίσιο κανόνων που συνδέει άμεσα τη φορολόγηση με το περιβαλλοντικό αποτύπωμα κάθε καυσίμου. Βασικά στοιχεία της πρότασης είναι:
υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση στα καύσιμα με μεγαλύτερες εκπομπές,
σταδιακή κατάργηση των φοροαπαλλαγών για αερομεταφορές και ναυτιλία,
θέσπιση ενιαίου ελάχιστου φόρου ανά κατηγορία καυσίμου,
προσαρμογή του συστήματος ώστε να ενσωματώνει εναλλακτικά καύσιμα, όπως υδρογόνο και βιοκαύσιμα.
Η λογική των αλλαγών είναι να ενισχύσουν την πράσινη μετάβαση, καθιστώντας οικονομικά πιο συμφέρουσες τις καθαρότερες μορφές ενέργειας.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ
Η επεξεργασία του νέου πλαισίου βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, με την Κομισιόν να στοχεύει στην ολοκλήρωση των αποφάσεων το 2026 και στη σταδιακή εφαρμογή έως το 2033. Τα περισσότερα κράτη–μέλη συμφωνούν στην ανάγκη εναρμόνισης της φορολογίας, αλλά ζητούν χρόνο προσαρμογής, ευελιξία για ευάλωτους κλάδους και πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία που θα στηρίξουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι πριν από τις τελικές αποφάσεις πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά οι επιπτώσεις στις εθνικές οικονομίες και να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας.
Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
Η αναμόρφωση της φορολογίας στα καύσιμα αποτελεί κρίσιμο κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής. Για την Ελλάδα, η συζήτηση δεν αφορά μόνο την πράσινη μετάβαση, αλλά και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, της κοινωνικής ισορροπίας και του κόστους λειτουργίας της πραγματικής οικονομίας. Η πρόκληση για τους επόμενους μήνες είναι να διαμορφωθεί μια λύση που θα συνδυάζει τους ευρωπαϊκούς στόχους με τις ανάγκες μιας χώρας που έχει έντονες γεωγραφικές και παραγωγικές ιδιαιτερότητες.





