Σε επίπεδο που θυμίζει τα «μαύρα» χρόνια των Μνημονίων διαμορφώνονται οι οφειλές της Γενικής Κυβέρνησης προς τον ιδιωτικό τομέα. Μόνο που τότε το κράτος τελούσε σε καθεστώς χρεοστασίου. Σήμερα το αφήγημα της ανάπτυξης και των πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία «χτίζονται» στη βάση φορολογικών εσόδων που φτάνουν σε επίπεδα ρεκόρ, δεν συνάδει με τα αυξανόμενα κρατικά «φέσια» στους πολίτες.
Του ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για τον Σεπτέμβριο 2025, το άθροισμα ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς προμηθευτές και εκκρεμών επιστροφών φόρων διαμορφώθηκε στα 3,768 δισ. ευρώ, από 3,883 δισ. ευρώ τον Αύγουστο. Παρά την οριακή αποκλιμάκωση, η ουσία για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που περιμένουν πληρωμές από το Δημόσιο παραμένει, με τη ρευστότητα να είναι είδος προς εξαφάνιση.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΡΟΣ
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκονται οι οφειλές προς προμηθευτές της Γενικής Κυβέρνησης, που στο τέλος Σεπτεμβρίου ανήλθαν σε 2,942 δισ. ευρώ. Τα νοσοκομεία σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος με 1,664 δισ. ευρώ, καθώς συσσωρεύονται απλήρωτα τιμολόγια και εκκρεμούν συμψηφισμοί με υποχρεωτικές επιστροφές.
Ακολουθούν οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης με 612 εκατ. ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΕΟΠΥΥ), η Τοπική Αυτοδιοίκηση με 240 εκατ. ευρώ και τα λοιπά νομικά πρόσωπα με 222 εκατ. ευρώ. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν ότι ένα μεγάλο μέρος του δημόσιου χρέους προς ιδιώτες παραμένει στην υγεία και στα ταμεία, όπου οι γραφειοκρατικές διαδικασίες ελέγχου και οι συμψηφισμοί καθυστερούν την τελική εκκαθάριση.
Σημαντικό μέρος του συνολικού ποσού συνιστούν οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων, που τον Σεπτέμβριο ανήλθαν σε 826 εκατ. ευρώ, μειωμένες από 928 εκατ. ευρώ τον Αύγουστο. Από αυτές, 303 εκατ. ευρώ είναι ληξιπρόθεσμα, με την αυστηρή έννοια του 90ημέρου από την έκδοση του ατομικού φύλλου έκπτωσης, ενώ περίπου 178 εκατ. ευρώ δεν μπορούν να καταβληθούν επειδή λείπουν δικαιολογητικά ή δεν υπάρχει ανταπόκριση των δικαιούχων.
Το υπουργείο Οικονομικών τονίζει ότι οι μισές σχεδόν εκκρεμείς επιστροφές δεν είναι ληξιπρόθεσμες και ότι ειδικά στα νοσοκομεία τα ποσά είναι «μεικτά», καθώς εκκρεμούν συμψηφισμοί με rebate και clawback των προμηθευτών. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι μέρος των καθυστερήσεων οφείλεται σε ελλιπή στοιχεία ή στην ανάγκη πρόσθετων ελέγχων πριν από την οριστική εκκαθάριση. Οι διευκρινίσεις αυτές φωτίζουν την τεχνική πλευρά, δεν αναιρούν όμως τη βασική ουσία για την οικονομία, ότι δηλαδή ο ιδιωτικός τομέας περιμένει μήνες για να πληρωθεί, επιβραδύνοντας έτσι και την οικονομική δραστηριότητα.
Από την πλευρά της η ΑΑΔΕ για τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων υποστηρίζει ότι οι επιστροφές τρέχουν με αυτοματοποιημένες μαζικές πιστώσεις μέσω της Τραπέζης της Ελλάδος και κεντρικούς συμψηφισμούς, χωρίς παρέμβασή της, σε «κύματα» που ανακοινώνονται και εκτελούνται εντός ολίγων ημερών. Ενδεικτικά στην έναρξη της φετινής περιόδου αναφέρεται ότι εκατοντάδες εκατομμύρια πιστώθηκαν αυτόματα σε πάνω από 1,5 εκατ. δικαιούχους.
Ξεχειλίζουν τα ταμεία, αλλά πληρωμές… γιοκ!
Για το ίδιο διάστημα ωστόσο η πλευρά των εσόδων εμφανίζει μια διαφορετική εικόνα. Στο εννεάμηνο Ιανουάριος – Σεπτέμβριος 2025 τα φορολογικά έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης έφτασαν τα 49,465 δισ. ευρώ, από 46,708 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Η ενίσχυση των εισπράξεων τροφοδοτεί τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, βελτιώνει την εικόνα του Προϋπολογισμού και ενισχύει τη ρητορική περί ανάπτυξης και ευημερίας, την ίδια στιγμή όμως που δεν σημειώνεται καμία ουσιαστική αλλαγή στάσης του Δημοσίου ως προς τις οφειλές του προς τον ιδιωτικό τομέα.
Το αποτέλεσμα είναι, προφανώς, η επιβάρυνση της αγοράς. Προμηθευτές νοσοκομείων αναμένουν εξοφλήσεις, εταιρίες που εκτελούν δημόσιες συμβάσεις συσσωρεύουν απαιτήσεις, ενώ οι φορολογούμενοι, ιδίως για όσους εκκρεμούν επιστροφές ΦΠΑ, αναμένουν όσα δικαιούνται για να καλύψουν τρέχουσες ανάγκες.
Ειδικά σε περιπτώσεις μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όπου τα περιθώρια κέρδους είναι χαμηλότερα και το κόστος δανεισμού υψηλότερο, η αβεβαιότητα ως προς τον χρόνο πληρωμής μεταφράζεται σε ακριβότερη χρηματοδότηση, πίεση στα αποθέματα και αναβολή επενδύσεων. Οπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, η καθυστέρηση δημόσιων πληρωμών συχνά συμπίπτει με περιόδους αυξημένων φορολογικών υποχρεώσεων, επιτείνοντας τον κίνδυνο ταμειακής ασφυξίας. Τονίζουν πως για τις επιχειρήσεις το παν είναι η προβλεψιμότητα και ένα σταθερό χρονοδιάγραμμα εκκαθάρισης επιστροφών και πληρωμών προμηθευτών.
Παράπονα για τα «φέσια» του Δημοσίου καταγράφουν και οι φορείς σε κρίσιμους κλάδους. Οι εργοληπτικές οργανώσεις ΠΕΣΕΔΕ, ΠΕΔΜΕΔΕ και ΣΑΤΕ έχουν κάνει λόγο για απλήρωτους λογαριασμούς δημόσιων έργων, ακόμα και για προσφυγή στην Κομισιόν, επικαλούμενες τη μη τήρηση της οδηγίας 2011/7/ΕΕ περί έγκαιρων πληρωμών. Στην υγεία, ΣΦΕΕ και ΠΕΦ μιλούν για «παγωμένες» πληρωμές νοσοκομείων, καθυστερήσεις έως και δέκα μήνες και ανάγκη άμεσης εκκαθάρισης μέσω ΕΚΑΠΥ. Συνολικά οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ιδιώτες εγείρουν αντιδράσεις, με το ΥΠΟΙΚ να προαναγγέλλει «μαύρη λίστα» ασυνεπών φορέων από το 2026.
Το δεδομένο, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι το κράτος εισπράττει πλέον περισσότερα και οφείλει να πληρώνει έγκαιρα. Με την οικονομία να χρειάζεται ρευστότητα και την απορρόφηση επενδυτικών πόρων να απαιτεί γρήγορες διαδικασίες, η σύγκλιση ανάμεσα στις ισχυρές εισπράξεις και στις έγκαιρες πληρωμές θα κρίνει το κλίμα τους επόμενους μήνες, καθώς οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων δεν είναι απλώς ένας δείκτης, αλλά ο καθρέφτης της σχέσης μεταξύ κράτους και παραγωγικής βάσης της οικονομίας.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025)





