Τουρισμός και Ε.Ε. κρατούν τον ΦΠΑ στην Ελλάδα στα ύψη

Η σύνθεση των εσόδων, η συμμετοχή της χώρας στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και ο ανταγωνισμός δείχνουν ότι δεν θα δούμε μείωση των συντελεστών ούτε σε μια δεκαετία.

Η συζήτηση για τον γενικό συντελεστή ΦΠΑ στην Ελλάδα επιστρέφει τακτικά στην επικαιρότητα, καθώς θεωρείται πως ενισχύει το κύμα ακρίβειας που «σαρώνει» νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Του ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Ωστόσο, αρμόδιες πηγές του οικονομικού επιτελείου εξηγούν στην «DEALnews» τα δεδομένα, καθώς και το ποιες είναι οι δομικές «άγκυρες» της ελληνικής οικονομίας και του παραγωγικού μοντέλου που περιορίζουν την ελευθερία των κινήσεων.
Από τη μία πλευρά, ο τουρισμός, που λειτουργεί ως βασική πηγή φορολόγησης της κατανάλωσης των ξένων τουριστών, και, από την άλλη, ο τρόπος χρηματοδότησης του κοινοτικού προϋπολογισμού, όπου ο πόρος ΦΠΑ αποτελεί σταθερή συνισταμένη υπολογισμού της συμμετοχής κάθε κράτους.

Σε ένα ξεχωριστό επίπεδο, η δομή του ανταγωνισμού στην εγχώρια αγορά καθορίζει κατά πόσο μια τυχόν μείωση θα αποτυπωνόταν πράγματι στην τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής. Με αυτά τα τρία στοιχεία ο συντελεστής του ΦΠΑ δεν προβλέπεται να μειωθεί για αρκετά χρόνια ακόμα.

ΤΟ… ΔΙΚΟΠΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Η Ελλάδα καταγράφει τα τελευταία χρόνια υψηλές επιδόσεις σε αφίξεις και εισπράξεις, υποδεχόμενη 35-40 εκατ. τουρίστες κατ’ έτος. Πρόκειται για δαπάνη που πραγματοποιείται στην ελληνική επικράτεια και φορολογείται εδώ μέσω ΦΠΑ σε διαμονή, εστίαση, μεταφορές, δραστηριότητες, λιανεμπόριο. Σε αντίθεση με τον φόρο εισοδήματος, ο οποίος καταβάλλεται στη χώρα φορολογικής κατοικίας, ο ΦΠΑ εισπράττεται επί τόπου, τη στιγμή της κατανάλωσης.

Αυτό καθιστά τον τουρισμό κρίσιμη βάση των έμμεσων φόρων. Ακόμα και αν υπηρεσίες που σχετίζονται με την τουριστική εμπειρία υπάγονται σε διαφορετικούς συντελεστές, μεγάλο μέρος της συνολικής τουριστικής δαπάνης καλύπτεται από τον γενικό συντελεστή. Η διάρθρωση της τουριστικής αγοράς, με πολλές μικρές, τοπικές επιχειρήσεις και περιορισμένες δυνατότητες για οικονομίες κλίμακας, κρατά υψηλό το κόστος ανά μονάδα και δυσκολεύει ουσιαστικές μειώσεις τιμών. Επειδή ο ΦΠΑ ορίζεται ανά αγαθό ή υπηρεσία και όχι ανά ιδιότητα του πελάτη, δεν υπάρχει δυνατότητα να εφαρμοστεί ένας υπερυψηλός ειδικός ΦΠΑ τουρίστα, έτσι επιλέγεται η λύση του 24% για όλους. Ετσι, σε μια οικονομία όπου η κατανάλωση μη κατοίκων έχει μεγάλο ειδικό βάρος, η προφανής συνέπεια μιας μείωσης θα ήταν ότι περιορίζεται αναλογικά και η απόδοση του φόρου από την τουριστική δαπάνη, δηλαδή από ένα πεδίο με σταθερή και υψηλή εισπραξιμότητα.

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ BUDGET

Το δεύτερο σημείο αφορά την Ευρωπαϊκή Ενωση και τον τρόπο που συγκροτεί τα έσοδά της. Ο κοινοτικός προϋπολογισμός στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες «ίδιων πόρων»: την εθνική εισφορά, που υπολογίζεται επί του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος, τον πόρο ΦΠΑ, τα τελωνειακά και τον πόρο που συνδέεται με τα μη ανακυκλωμένα πλαστικά απορρίμματα συσκευασίας. Ο πόρος ΦΠΑ προκύπτει από την εφαρμογή ενιαίου συντελεστή πάνω σε εναρμονισμένη φορολογική βάση, με συγκεκριμένα ανώτατα όρια και ενσωματώνει την εικόνα της βάσης ΦΠΑ κάθε χώρας στον κοινό «κουμπαρά». Για κράτη-μέλη όπως η Ελλάδα, η οποία εισφέρει περί τα 1,7 δισ. ευρώ και εισπράττει περί τα 6 δισ. ευρώ από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, η εξέλιξη της βάσης ΦΠΑ δεν αξιολογείται μόνο τεχνικά, αλλά και πολιτικά.

Δηλαδή, οι αποφάσεις που επηρεάζουν τη σταθερότητα του συγκεκριμένου πόρου εξετάζονται με όρους συνοχής, προβλεψιμότητας και τήρησης δεσμεύσεων των κρατών-μελών προς την Ε.Ε., καθώς μείωση της βάσης ΦΠΑ θα σήμαινε και μείωση της συμμετοχής της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, τη στιγμή που ήδη καταγράφεται ανισορροπία εισροών και εκροών. Αυτή η αρχιτεκτονική εξηγεί γιατί η συζήτηση για οριζόντια μείωση του γενικού συντελεστή περνά αναγκαστικά και από το φίλτρο των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων.

Η δομή της αγοράς οδηγεί σε… ακαμψία στις τιμές

Αλλά ακόμα και αν εφαρμοζόταν μία μείωση του ΦΠΑ στην Ελλάδα, δύσκολα θα πέρναγε στις τιμές των προϊόντων, ένα επιχείρημα που επαναλαμβάνουν συχνά και τα στελέχη του ΥΠΟΙΚ. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, αυτό αφορά πρωτίστως την έλλειψη ουσιαστικού ανταγωνισμού. Στην υπάρχουσα δομή της ελληνικής αγοράς λίγοι παίκτες κατέχουν μεγάλο μερίδιο και διαμορφώνουν σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό τις εμπορικές πρακτικές. Οταν μειώνεται ο ΦΠΑ, η πίεση να περάσει η ελάφρυνση στην τελική τιμή του προϊόντος είναι ισχνή και ως εκ τούτου οι επιχειρήσεις προτιμούν να διατηρήσουν τα υψηλά περιθώρια κέρδους τους. Η παράλληλη τιμολόγηση, οι υψηλοί φραγμοί εισόδου στην αγορά και η περιορισμένη υποκατάσταση προϊόντων προκαλούν «ακαμψία» στις τιμές, ιδίως σε τομείς με ισχυρή συγκέντρωση ή κάθετη οργάνωση. Σε αγορές τέτοιου τύπου οι ελεγκτικοί μηχανισμοί έχουν ακόμα πιο δύσκολο έργο, άρα η συμμόρφωση παραμένει χαλαρή. Το αποτέλεσμα είναι ότι μια μεταβολή στον ΦΠΑ δεν μεταφράζεται αυτόματα σε φθηνότερο προϊόν στο ράφι του σούπερ μάρκετ, καθώς απαιτείται καλύτερη λειτουργία του ανταγωνισμού, η οποία σε αρκετούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας απουσιάζει.

Οι ανωτέρω τρεις παράγοντες, όταν εξετάζονται μαζί, εξηγούν σε μεγάλο βαθμό γιατί ο γενικός συντελεστής ΦΠΑ παραμένει από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, τροφοδοτώντας τη συνεχιζόμενη ακρίβεια και «ξετινάζοντας» τα οικονομικά των νοικοκυριών. Οι ίδιες πηγές του οικονομικού επιτελείου καταλήγουν πως, καθώς απαιτούνται δομικές αλλαγές για να μεταβληθούν αυτές οι συνθήκες, μια μείωση του ΦΠΑ είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να συμβεί για τουλάχιστον δέκα χρόνια και κάθε σχετική συζήτηση είναι στον… αέρα.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 24/10/2025)

Advertisement 5

Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img


Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6
Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ