Η νομισματική ένωση κινδυνεύει, ενώ οι μηχανισμοί της Ε.Ε. ίσως αποδειχθούν ανεπαρκείς για να αποτρέψουν κρίσεις χρέους
Του Μάκη Ντόβολου
Εχουμε εισέλθει στην εποχή όπου «γεωπολιτικές τεκτονικές πλάκες» μετακινούνται εκ νέου, αν είχαν ποτέ σταθεροποιηθεί, μέχρι να βρουν ένα καινούργιο σημείο εύθραυστης ισορροπίας. Στο μεσοδιάστημα, όμως, οι επιπτώσεις των γεωπολιτικών αλλαγών σε όλους τους τομείς, ιδίως στην οικονομία, είναι ένα από τα ζητήματα που απασχολούν έντονα τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Το θέμα αυτό, μάλιστα, ήταν στην ατζέντα της πρόσφατης άτυπης συνεδρίασης των Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών με τους κεντρικούς τραπεζίτες στην Κοπεγχάγη, όπου, πέραν της ανταλλαγής απόψεων, οι συμμετέχοντες πήραν στα χέρια τους έκθεση της γνωστής δεξαμενής σκέψης Bruegel, με τίτλο «Geopolitical shifts and their economic impacts on Europe: short-term risks, medium-term scenarios and policy choices», την οποία και παρουσιάζει η «DEALnews».
Η έκθεση, με συντάκτες τα «βαριά» ονόματα του Ινστιτούτου André Sapir, Jacob Funk Kirkegaard και Jeromin Zettelmeyer, εξετάζει τους βραχυπρόθεσμους οικονομικούς κινδύνους που προκαλούν οι γεωπολιτικές αλλαγές, αναπτύσσει σενάρια για την περίοδο 2030-2035, ενώ στο τέλος προσδιορίζει τις πολιτικές που πρέπει να υιοθετήσει η Ευρώπη κατά την επόμενη πενταετία.
ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Παρά την αύξηση των δασμών και τη γενικότερη αβεβαιότητα που προκαλεί η πολιτική Τραμπ, οι βασικές οικονομικές προβλέψεις τόσο για το 2025 όσο και για το 2026 είναι σχετικά καλές, τόσο για τις ΗΠΑ όσο και τη ζώνη του ευρώ. Ομως, δεν μπορεί να αποκλειστούν εξαιρετικά δυσμενείς εξελίξεις, ακόμα και σε σχετικά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα (2025-2027), οδηγώντας σε νέα χρηματοοικονομική κρίση, όπως:
1. Κατάρρευση της αγοράς ομολόγων των ΗΠΑ, η οποία μπορεί να προκληθεί από ένα ή περισσότερα γεγονότα, όπως: α) η αίσθηση ότι το έλλειμμα είναι εκτός ελέγχου και είναι αδύνατη η δημοσιονομική προσαρμογή, β) οι εκτιμήσεις για υψηλό πληθωρισμό, γ) η απώλεια πίστης στην ποιότητα των οικονομικών δεδομένων των ΗΠΑ.
2. Κλιμάκωση των ρωσικών στρατιωτικών ενεργειών κατά της Ουκρανίας ή της Ε.Ε. απευθείας, η οποία θα οδηγήσει: α) σε περαιτέρω απώλεια εδαφών στην Ουκρανία και σε νέο κύμα προσφύγων, β) σε αύξηση της συχνότητας των ρωσικών υβριδικών επιθέσεων κατά της Ε.Ε., με στόχο τα κυβερνητικά θεσμικά όργανα της Ε.Ε., τις υποδομές ζωτικής σημασίας και άλλα οικονομικά περιουσιακά στοιχεία, γ) σε άμεση ρωσική στρατιωτική επίθεση σε μία ή περισσότερες χώρες της Ε.Ε., οδηγώντας σε κάθετη πτώση της καταναλωτικής και επενδυτικής εμπιστοσύνης στην Ε.Ε., μείωση της παραγωγής, αύξηση της δημοσιονομικής πίεσης και επιστροφή του «φαύλου κύκλου» δημοσιονομικής – τραπεζικής κρίσης σε ορισμένες χώρες της Ε.Ε.
3. Δημοσιονομική κρίση στη ζώνη του ευρώ που προκλήθηκε από μια «λαϊκιστική», όπως την ονομάζει, εκλογική νίκη σε ένα κράτος-μέλος με υψηλό χρέος. Με την εν λόγω κυβέρνηση να μην είναι σε θέση ή να μην επιθυμεί να προβεί σε δημοσιονομική προσαρμογή, ως απάντηση στην απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών, οι μηχανισμοί αντιμετώπισης κρίσεων της Ε.Ε. ενδέχεται να μη λειτουργήσουν. Τότε η αναπόφευκτη κρίση χρέους θα οδηγήσει σε νέα αναταραχή στη ζώνη του ευρώ και θα εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητα του κοινού νομίσματος, όπως συνέβη κατά την περίοδο 2010-2012.
4. Εμπορικό σοκ που θα προκληθεί από τις αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ή/και εχθρικών κινεζικών δράσεων στην ανατολική Ασία. Οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού θα μπορούσαν να διαταραχθούν είτε από διακοπή της ναυτιλίας, λόγω εχθροπραξιών στην ανατολική Ασία, είτε με απαγορεύσεις εξαγωγών όλων των κρίσιμων ορυκτών σε οποιοδήποτε έθνος που θεωρείται ότι προχωρεί σε «εχθρικές οικονομικές ενέργειες» κατά της Κίνας. Σε αυτό το σενάριο, η Ε.Ε. θα αντιμετώπιζε παρατεταμένη οικονομική ύφεση από την de facto κατάργηση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας σε ένα ζωτικό μέρος του πλανήτη και την αποκοπή σημαντικών παγκόσμιων θαλάσσιων οδών, ενώ πλέον δεν θα είχε πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά ζωτικής σημασίας για τη βιομηχανία της.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι εξελίξεις θα μπορούσαν να πάρουν χειρότερη τροπή αν, πρώτον, τα σενάρια κρίσης αλληλεπικαλύπτονταν (για παράδειγμα, η παράλυση που προκύπτει από μια λαϊκιστική εκλογική νίκη με την προτεραιότητα για απόκρουση της ρωσικής επιθετικότητας) και, δεύτερον, αν πολλές χώρες ωθούνταν σε οριακή δημοσιονομική και κοινωνική κατάσταση.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, η συσσώρευση κρίσεων από το 2008 και μετά έχει αφήσει βαθιά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά σημάδια στην Ε.Ε., στις ΗΠΑ και τις άλλες προηγμένες χώρες. Ενα μέτρο αυτού είναι το επίπεδο του δημόσιου χρέους. Το 2007 οι δείκτες χρέους προς ΑΕΠ κυμαίνονταν μεταξύ 60% και 65% κατά μέσο όρο για την Ε.Ε. και τη ζώνη του ευρώ, με σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών. Το ποσοστό χρέους των ΗΠΑ ήταν παρόμοιο. Ομως έως το 2024 το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά περισσότερο από 20 μονάδες στην Ε.Ε./ζώνη του ευρώ. Σε χώρες όπως η Δανία, η Γερμανία και οι Κάτω Χώρες ο δείκτης χρέους παρέμεινε περίπου ή πολύ κάτω από το 60%, ενώ αυξήθηκε κατά περίπου 50 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ ή και περισσότερο στη Φινλανδία, στη Γαλλία, στην Ισπανία και τις ΗΠΑ. Στη δεύτερη κατηγορία βρίσκεται και η Ελλάδα, καθώς το δημόσιο χρέος από 104,6% του ΑΕΠ το 2007, ήταν στο 153,6% του ΑΕΠ το 2024.
Η σταθεροποίηση του δείκτη χρέους θα απαιτήσει, μακροπρόθεσμα, δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης των 6 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ στις ΗΠΑ, 5 π.μ. του ΑΕΠ στη Γαλλία και περίπου από 3 έως 4 π.μ. του ΑΕΠ στην Ιταλία, στην Ισπανία και στο Βέλγιο. Αρκετές χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, αν και έχουν σημαντικά χαμηλότερους δείκτες χρέους, δέχονται, επίσης, μεγάλες πιέσεις λόγω των υψηλών ελλειμμάτων. Αν στα παραπάνω προσθέσουμε τις αυξημένες δαπάνες λόγω άμυνας, γήρανσης του πληθυσμού και κλιματικής αλλαγής, καθίσταται σαφές ότι η δημοσιονομική κατάσταση στις ΗΠΑ αλλά και σε πολλές χώρες της Ε.Ε. είναι ιδιαίτερα δύσκολη.
Τα σενάρια μέσα σε ένα τριπλό γεωπολιτικό τοπίο
Η έκθεση αναπτύσσει τρία σενάρια με ορίζοντα το 2035, τα οποία έχουν δύο κοινά στοιχεία: α) Ο κόσμος θα είναι πιο πολυπολικός από ό,τι σήμερα, καθώς θα αυξηθεί ο αριθμός των μεγάλων δυνάμεων, χωρίς όμως κάποια χώρα να είναι πρόθυμη ή ικανή να παίξει τον ρόλο του παγκόσμιου ηγεμόνα και β) η αντιπαλότητα ΗΠΑ – Κίνας θα συνεχιστεί.
Σενάριο 1ο: Περαιτέρω υποχώρηση ή διάλυση της διεθνούς συνεργασίας, με συνεχιζόμενο προστατευτισμό από την πλευρά των ΗΠΑ. Μέχρι το 2030-2035 υπάρχουν μόνο χαλαρές και ευκαιριακές συμμαχίες μεταξύ των χωρών και μια μίνιμουμ διεθνή συνεργασία. Οι παγκόσμιοι οργανισμοί που δημιουργήθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (ΟΗΕ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ) θα έχουν χάσει τη σημασία τους ή θα έχουν πάψει να υφίστανται, κυρίως λόγω του έντονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Οι ΗΠΑ θα διατηρούν σε ισχύ υψηλούς δασμούς, ακόμα και αν δεν έχουν οδηγήσει στα επιθυμητά αποτελέσματα (επαναβιοµηχάνιση και ενίσχυση της οικονομικής ασφάλειας), διότι θα επιτρέπουν στις ΗΠΑ να συγκεντρώνουν υψηλά έσοδα προκειμένου να χρηματοδοτήσουν το μεγάλο χρέος.
Σενάριο 2ο: Ενας κόσμος όπου θα υπάρχουν τρία μπλοκ, ένα με ηγέτη την Κίνα, το δεύτερο υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και ένα τρίτο από ένα σύνολο αδέσμευτων χωρών. Αυτό το σενάριο έχει δύο παραλλαγές: α) την παραλλαγή της αποσύνδεσης, με αποτέλεσμα ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας να οδηγήσει σε έναν οικονομικό (εμπόριο, χρηματοδότηση, τεχνολογία) και πολιτικό κατακερματισμό, με τα δύο μπλοκ να είναι αποκομμένα το ένα από το άλλο, ίσως όχι τόσο όσο συνέβη μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού μπλοκ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά σίγουρα αρκετά περισσότερο από ό,τι το 2025 και β) την παραλλαγή derisking, όπου ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας είναι κάπως λιγότερο έντονος και τα δύο μπλοκ παραμένουν αρκετά αλληλεξαρτώμενα, διαχειριζόμενα τους κινδύνους αυτής της αλληλεξάρτησης με «ευφυείς πολιτικές οικονομικής ασφάλειας». Αυτή η κατάσταση είναι σύμφωνη με αυτό που ανέφερε το 2023 ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του τέως προέδρου Μπάιντεν, Jake Sullivan, ως την πολιτική της «μικρής αυλής και του ψηλού φράχτη», η οποία οδηγεί σε αποχώρηση από περιοχές όπου διακυβεύεται η εθνική ασφάλεια.
Σενάριο 3ο: Μια νέα πολυμερής τάξη, με διεθνή συνεργασία. Οι δύο υπερδυνάμεις, αν και παραμένουν αντίπαλες σε ορισμένους τομείς, συμφωνούν να συνεργαστούν σε τομείς όπως η διάδοση των πυρηνικών όπλων, η κλιματική αλλαγή, το εμπόριο και η χρηματοδότηση, επειδή ανακάλυψαν ότι η μη αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων έχει υψηλό κόστος όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για τους ίδιους.
Σε αυτό το ιδεαλιστικό σενάριο, θα εγκαθιδρυόταν μια νέα διεθνής τάξη. Αυτό θα συνεπαγόταν τη μεταρρύθμιση των παγκόσμιων οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών, του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΠΟΕ, ώστε να διασφαλιστεί η μεγαλύτερη συμμετοχή του παγκόσμιου Νότου, και παράλληλα να ενισχυθεί η διεθνής ασφάλεια και να αντιμετωπιστεί η υπερθέρμανση του πλανήτη. Αυτή η νέα τάξη πραγμάτων δεν θα τη διαχειριζόταν μια υπερδύναμη, αλλά μια νέα ομάδα, αποτελούμενη από την Κίνα, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία, την Ε.Ε., την Ινδία, την Αφρικανική Ενωση και ίσως μία ή δύο ακόμα χώρες.
Οπως σημειώνει η έκθεση, το τι θα συμβεί μπορεί να είναι συνδυασμός των παραπάνω σεναρίων ή και παραλλαγών τους. Το σενάριο 1 είναι λιγότερο επιθυμητό για την Ε.Ε., τις περισσότερες χώρες μεμονωμένα και τις χώρες συλλογικά. Το σενάριο 3 θα ήταν το πιο επιθυμητό. Στο σενάριο 2 η απόφαση της Ευρώπης να ευθυγραμμιστεί ή όχι με τις ΗΠΑ θα εξαρτιόταν από τη στάση των ΗΠΑ.
Οι πολιτικές επιλογές που πρέπει να υιοθετήσει η γηραιά ήπειρος
Σύμφωνα με την έκθεση, τόσο βραχυπρόθεσμα όσοι και μεσοπρόθεσμα η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για τα δυσμενή μελλοντικά σενάρια και να συμβάλλει στη μεγαλύτερη, δυνατή, διεθνή σταθερότητα και συνεργασία. Αυτό, όμως, απαιτεί πολιτικές που αυξάνουν τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης από τις δύο υπερδυνάμεις, τόσο για την προστασία της όσο και για την αύξηση της διαπραγματευτικής της ισχύος.
Οι πολιτικές που θα υιοθετηθούν θα πρέπει να περιλαμβάνουν μεγαλύτερη αμυντική, τεχνολογική και οικονομική αυτονομία από τις ΗΠΑ, ένα πολύ πιο ανθεκτικό και ενοποιημένο ενεργειακό σύστημα, την ασφαλή πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες και ένα δημοσιονομικό πλαίσιο που θα παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία στις χώρες χαμηλού κινδύνου.
Ειδικά για το δημοσιονομικό πλαίσιο, επισημαίνεται πως αν και η βιωσιμότητα του χρέους είναι ο πρωταρχικός στόχος, εντούτοις δεν θα πρέπει να υπάρχουν ποσοτικά όρια στις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται με δανειακά κεφάλαια εντός μιας προσυμφωνημένης περιόδου (π.χ., επτά ετών), υπό την προϋπόθεση ότι: 1) εκπληρώνονται τα κριτήρια για δημόσιες επενδύσεις υψηλής ποιότητας όπως ορίζονται στο ισχύον δημοσιονομικό πλαίσιο και 2) το χρέος παραμένει βιώσιμο στο τέλος αυτής της περιόδου. Ακόμα η έκθεση προτείνει να καθοριστούν μεγαλύτερες περίοδοι δημοσιονομικής προσαρμογής σε χώρες με χρέος πάνω αλλά κοντά στο 60% του ΑΕΠ.
Σε ό,τι αφορά το διεθνές επίπεδο, η Ευρώπη πρέπει να υπερασπιστεί και να προωθήσει τη μεταρρύθμιση των διεθνών κανόνων, δημιουργώντας συνασπισμούς με άλλες χώρες του παγκόσμιου Βορρά, αλλά και με ορισμένα κράτη του παγκόσμιου Νότου. Σε αυτό το πλαίσιο, οι δύο τομείς προτεραιότητας πρέπει να είναι η εμπορική πολιτική και η πολιτική για το κλίμα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 3/10/2025)





