Το «άκυρο» του Ερντογάν, η χειραψία με τον μεταβατικό πρόεδρο της Συρίας, τζιχαντιστή, Αμπού Μοχάμεντ αλ Τζολάνι και η φωτογραφία-φιάσκο με το προεδρικό ζεύγος των ΗΠΑ εκθέτουν ακόμα περισσότερο το Μαξίμου, που αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική ως φωτογραφικό σπορ με χαμόγελα και φιλοφρονήσεις
Του ΚΩΣΤΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Κάτω από την πήχη των προσδοκιών (που είχε θέσει το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου) ήταν η πρόσφατη παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο της 80ής Εβδομάδας Υψηλού Επιπέδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Το αφήγημα που προσπάθησε εξαρχής να καλλιεργήσει το πρωθυπουργικό επιτελείο ήταν οι «πολυάριθμες και κρίσιμες συναντήσεις» που θα είχε ο Ελληνας πρωθυπουργός στο περιθώριο της Γ.Σ. Εντούτοις, η τελική εικόνα που προέκυψε ήταν εκείνη μιας Ελλάδας απούσας από τα πραγματικά κέντρα αποφάσεων κι ενός ηγέτη που αρκέστηκε σε επαφές χαμηλής σημασίας και επενδυτικές επαφές με «κρυφή» ατζέντα, αμφιβόλου ποιότητας. Αναμφίβολα η πιο ηχηρή αποτυχία ήταν το φιάσκο με τον Ταγίπ Ερντογάν. Η ελληνική πλευρά είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η συνάντηση θα αποτελούσε ένα σπουδαίο γεγονός, ικανό να αναδιαμορφώσει το κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όμως εν τέλει βρέθηκε εκτεθειμένη και στα… κρύα του λουτρού. Την ίδια ώρα ο Τούρκος πρόεδρος πραγματοποιούσε αλλεπάλληλες επαφές με διεθνείς ηγέτες, φθάνοντας σε μια τετ α τετ συνάντηση με τον Ντόναλντ Τραμπ. Η σύγκριση ήταν οδυνηρή για την Αθήνα: η Αγκυρα εμφανιζόταν παρούσα, δραστήρια και απαραίτητη, ενώ η Ελλάδα περιθωριοποιημένη και άνευ λόγου επιρροής. Στον αντίποδα, το πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη περιορίστηκε σε συναντήσεις που δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν στρατηγικής σημασίας. Από την εθιμοτυπική επαφή με τον Κύπριο Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη έως την «εγκάρδια συνομιλία» με τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν, Ιλάμ Αλίγιεφ, και τη συνάντηση με τον μεταβατικό πρόεδρο της Συρίας, τζιχαντιστή, Αμπού Μοχάμεντ αλ Τζολάνι, το διπλωματικό όφελος ήταν μηδαμινό. Ακόμα και η συνομιλία με τον πρωθυπουργό της Αιγύπτου, Μουσταφά Καμπάλ Μαντμπουλί, περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές περί «στρατηγικής συνεργασίας» και «μεταναστευτικών ροών», χωρίς καμία ουσιαστική προέκταση στις διαφορές που συνεχίζουν να καταγράφονται ανάμεσα στις δύο χώρες. Για άλλη μια φορά το μοτίβο που ακολουθούταν ήταν ίδιο κι απαράλλακτο. Μια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική ως φωτογραφικό σπορ με χαμόγελα, φιλοφρονήσεις και ανούσιες δηλώσεις περί «φιλίας» που δεν συνιστούν διπλωματία. Η παρουσία του πρωθυπουργού στη Νέα Υόρκη επιβεβαίωσε απλώς την έλλειψη στρατηγικής και την προσήλωση στην επικοινωνία αντί για την ουσία.
ΤΑ «ΚΛΕΙΣΤΑ» ΡΑΝΤΕΒΟΥ
Σε αυτό το πλαίσιο ήρθε να προστεθεί και το φιάσκο με τη φωτογραφία του Κυριάκου Μητσοτάκη δίπλα στον Ντόναλντ Τραμπ και το προεδρικό ζεύγος των ΗΠΑ. Η εικόνα, που περισσότερο θύμιζε προϊόν πρόχειρης επεξεργασίας και όχι πραγματική συνάντηση, προβλήθηκε από το Μέγαρο Μαξίμου και φιλικά προσκείμενα ΜΜΕ ως «στιγμιότυπο» μιας δήθεν συνάντησης του πρωθυπουργού με τον Αμερικανό πρόεδρο. Η κυβέρνηση, αντί να ξεκαθαρίσει ότι επρόκειτο για ένα τυπικό φωτογραφικό κολάζ, επέλεξε μισές αλήθειες και επικοινωνιακές ακροβασίες, επιχειρώντας να παρουσιάσει ως συνάντηση… κορυφής μια εθιμοτυπική φωτογραφία, θυμίζοντας θαυμαστές που λαμβάνουν τυποποιημένο αυτόγραφο από τον θαυμαστή τους. Παράλληλα, δεν πέρασε απαρατήρητο ότι ο πρωθυπουργός έδειξε μια ιδιαίτερη ζέση για «κλειστά» ραντεβού με επιχειρηματίες, επενδυτές και τραπεζίτες, αντί να εστιάσει σε κρίσιμες διεθνείς επαφές που θα ενίσχυαν το γεωπολιτικό αποτύπωμα της χώρας. Ουσιαστικά προτίμησε να λειτουργήσει σαν λομπίστας επενδυτικών συμφερόντων, υποβαθμίζοντας την εικόνα της Ελλάδα και αποδυναμώνοντας το κύρος της, τη στιγμή που οι αντίπαλοί της επενδύουν στη σκληρή και τη μεθοδική διπλωματία.
Απειλή για την οικονομία η διπλωματική ανεπάρκεια

Η διπλωματική ανεπάρκεια της κυβέρνησης έχει όμως και άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία. Οι αγορές και οι επενδυτές παρακολουθούν με προσοχή το γεωπολιτικό προφίλ κάθε χώρας. Οταν βλέπουν έναν πρωθυπουργό να περιορίζεται σε ανούσιες επαφές και χαμένα ραντεβού, προκαλείται κλίμα ανασφάλειας. Το ενδεχόμενο αποεπένδυσης δεν είναι απλώς θεωρητικός φόβος, είναι μια πραγματική απειλή για μια οικονομία που χρειάζεται επειγόντως κεφάλαια, αλλά δεν πείθει για τη σταθερότητα και το βάθος των διεθνών της συμμαχιών. Η πραγματικότητα είναι σκληρή, όσο η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική ως καμπάνια δημόσιων σχέσεων τόσο η Ελλάδα θα χάνει ερείσματα και θα περιορίζεται σε ρόλο θεατή. Η αποτίμηση της παρουσίας του πρωθυπουργού στη Νέα Υόρκη δεν μπορεί παρά να είναι κακή. Αντί για στρατηγικά κέρδη, προέκυψαν χαμένες ευκαιρίες. Αντί για ουσιαστικές συμμαχίες, μείναμε με αμφιβόλου ποιότητας φωτογραφικά στιγμιότυπα. Και αντί για ενίσχυση του διεθνούς μας προφίλ, κυριάρχησε η αίσθηση της αδυναμίας και της απομόνωσης. Σε μια περίοδο που η διεθνής σκηνή αναδιατάσσεται, η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να σπαταλά τις ευκαιρίες της. Δυστυχώς, αυτό ακριβώς κάνει σήμερα η κυβέρνηση.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2025)





