Σημαντικά μειωμένος είναι πλέον ο ΦΠΑ στα έργα τέχνης, φτάνοντας ακόμα και σε υπερμειωμένο συντελεστή 6% για συγκεκριμένες κατηγορίες, μετά την ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών κανόνων στο ελληνικό δίκαιο.
Του ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Την ώρα που ο βασικός συντελεστής παραμένει στο 24% και τα περισσότερα τρόφιμα επιβαρύνονται με 13%, οι πρώτες πωλήσεις πρωτότυπων έργων από τους ίδιους τους δημιουργούς ή τους διαδόχους τους, όπως και οι εισαγωγές έργων τέχνης, συλλογών και αρχαιοτήτων, φορολογούνται πλέον με το υπερμειωμένο 6%. Με απλά λόγια, η «είσοδος» ενός έργου στην αγορά και η απευθείας διάθεσή του από τον καλλιτέχνη κοστίζουν αισθητά λιγότερο σε ΦΠΑ από μια καθημερινή αγορά στο σούπερ μάρκετ.
Τι ακριβώς προβλέπει η ευρωπαϊκή ρύθμιση και πώς ενσωματώθηκε; Η οδηγία δίνει στα κράτη-μέλη το δικαίωμα να εφαρμόζουν μειωμένους και υπερμειωμένους συντελεστές σε συγκεκριμένες κατηγορίες, ανάμεσά τους τα έργα τέχνης. Η Ελλάδα είχε δοκιμάσει το 13% για τον χώρο της τέχνης, το μονιμοποίησε από το καλοκαίρι του 2024, και στη συνέχεια αξιοποίησε πλήρως το περιθώριο που προσφέρει η Ε.Ε., κατεβάζοντας τον συντελεστή στο 6% για τις παραπάνω πράξεις. Η ρύθμιση ενσωματώθηκε στον Κώδικα ΦΠΑ, άρα δεν είναι προσωρινό μέτρο ενίσχυσης, αλλά μόνιμη επιλογή της φορολογικής πολιτικής.
Η μείωση δεν ισχύει για κάθε μεταπώληση έργου, ούτε για όλες τις συναλλαγές που μεσολαβούν στην αλυσίδα. Οι πωλήσεις από γκαλερί, οίκους δημοπρασιών ή άλλους εμπόρους παραμένουν εκτός του 6% και φορολογούνται είτε με τον κανονικό συντελεστή είτε με το ειδικό καθεστώς περιθωρίου, όπου ο ΦΠΑ επιβάλλεται μόνο στο κέρδος του μεταπωλητή. Η ευρωπαϊκή οδηγία απαγορεύει τη συνύπαρξη υπερμειωμένου συντελεστή με το καθεστώς περιθωρίου για την ίδια πράξη, για να αποφευχθούν στρεβλώσεις και διπλά ευεργετήματα. Ετσι, το ευνοϊκό 6% περιορίζεται στην πρώτη πώληση από τον δημιουργό ή τον κληρονόμο του και στην εισαγωγή, δηλαδή στο σημείο όπου το έργο αποκτά για πρώτη φορά τιμή μέσα στην ελληνική αγορά.
Στην πράξη, η πολιτική των μειωμένων συντελεστών για την τέχνη άρχισε ως μέτρο στήριξης στον κλάδο, ανανεώθηκε διαδοχικά και μονιμοποιήθηκε, προτού καταλήξει στο υπερμειωμένο 6% με την τελευταία ενσωμάτωση. Πρόκειται για μια επιλογή που εκμεταλλεύεται την προαιρετικότητα της οδηγίας (κάτι που δεν συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις), η οποία επιτρέπει στοχευμένες παρεμβάσεις σε τομείς με πολιτιστική και οικονομική αξία. Στην πράξη σημαίνει ότι ένας δημιουργός που πουλά απευθείας ένα έργο του εκδίδει παραστατικό με 6% ΦΠΑ, κάτι που μειώνει την τελική τιμή και διευρύνει το κοινό, ιδίως για νέους αγοραστές.
Πολιτική επιλογή το φορολογικό προνόμιο των εικαστικών έναντι του «καλαθιού της νοικοκυράς»

Η ελληνική αγορά έργων τέχνης παραμένει μικρή αλλά υπαρκτή, με αυξανόμενη παρουσία νέων συλλεκτών, επαγγελματιών μεσαίου εισοδήματος και διεθνών αγοραστών που παρακολουθούν τα μεγάλα events. Οι διοργανωτές αναφέρουν ήδη μεγαλύτερη προσέλευση και μεγαλύτερη ένταξη συναλλαγών στα επίσημα κανάλια διανομής. Επομένως, το υπερμειωμένο 6% αναμένεται να λειτουργήσει ως πρακτικό κίνητρο για αγορές απευθείας από τους καλλιτέχνες, με συμπίεση του τελικού κόστους, και κυρίως με περιορισμό των φαινομένων φοροδιαφυγής.
Παρ’ όλα αυτά, η αγορά δεν εξαντλείται μόνο στους νόμιμους συλλέκτες. Διεθνώς ο χώρος της τέχνης θεωρείται ευάλωτος σε πρακτικές ξεπλύματος χρήματος, λόγω υψηλών αξιών, ευκολίας μετακίνησης και υποκειμενικότητας στις τιμές. Η Ευρώπη έχει ήδη επιβάλει αυστηρές υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας σε γκαλερί και οίκους δημοπρασιών, ακριβώς για να καλύψει αυτό το κενό. Αν και η μείωση του ΦΠΑ μπορεί να φέρει περισσότερες συναλλαγές στο νόμιμο κομμάτι της αγοράς και να κάνει πιο καθαρή την αρχική διαδρομή κάθε έργου, δεν ακυρώνει τον κίνδυνο ξεπλύματος.
Αλλά υπάρχει και η πολιτική πλευρά του ζητήματος, καθώς η κυβέρνηση έχει δείξει απροθυμία να ανοίξει συζήτηση για μειώσεις ΦΠΑ σε καθημερινά αγαθά, τονίζοντας ότι οι σχετικές ευρωπαϊκές επιλογές είναι προαιρετικές και ότι οι στοχευμένες πολιτικές ενίσχυσης είναι προτιμότερες από οριζόντιες μειώσεις. Την ίδια στιγμή προχώρησε άμεσα στη μείωση για τα έργα τέχνης. Η επιχειρηματολογία είναι πως πρόκειται για μια κίνηση με κλαδική στόχευση στήριξης, με πολιτιστικό και οικονομικό πολλαπλασιαστή, για στήριξη των δημιουργών και για προσέλκυση δηλωμένου τζίρου. Ωστόσο, πρακτικά γεγονός είναι πως η Πολιτεία επέλεξε να ευνοήσει μια αγορά που δεν αφορά το λεγόμενο «καλάθι του νοικοκυριού», το οποίο έχει γίνει εφιάλτης για τους πολίτες, όταν βασικά είδη παραμένουν στο 13% και αρκετά προϊόντα καθημερινής χρήσης, από καθαριστικά μέχρι ορισμένα τρόφιμα και ροφήματα, μένουν στο 24%. Το ερώτημα είναι γιατί, ενώ η ενσωμάτωση της οδηγίας έγινε στην ανώτερη δυνατή ένταση για την τέχνη, σε άλλες κατηγορίες η συζήτηση δεν έχει καν αρχίσει…
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση για υπερμειωμένο ΦΠΑ στην τέχνη είναι μια καθαρή πολιτική επιλογή. Τα οφέλη για τον ίδιο τον κλάδο είναι πιθανά, καθώς πριμοδοτείται έναντι άλλων που αφορούν βασικά αγαθά της καθημερινότητας. Τα ερωτήματα, ωστόσο, παραμένουν, για τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά», με τα οποία αντιμετωπίζεται το ζήτημα του ΦΠΑ, αλλά και η a la carte αντιμετώπιση της προαιρετικότητας ή υποχρεωτικότητας των ευρωπαϊκών οδηγιών που ενσωματώνονται στο εθνικό δίκαιο…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2025)






