Προς τα «μέσα» αυξήσεις τιμών έως 6% και προς τα «έξω» μειώσεις άνω του 11%. Αυτή είναι η εικόνα της πορείας των τιμών παραγωγού το πρώτο 7μηνο του 2025, που ανατρέπει την «ισορροπία» που υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια. Ο ανταγωνισμός τιμών και παραγωγικότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο εντείνεται όσο η κατανάλωση στους μεγάλους πελάτες συμπιέζεται. Οι βιομηχανίες αντιδρούν με μεγαλύτερες μειώσεις τιμών φέτος για να διατηρήσουν την ανταγωνιστική τους θέση στα προς εξαγωγή είδη, ενώ ακολουθούν άλλη πολιτική στην εσωτερική αγορά, διατηρώντας μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους για να καλύψουν τη «χασούρα».
Το διπλό αυτό παιχνίδι τιμών στο ράφι και στα εξαγώγιμα βιομηχανικά είδη έχει μόνο χαμένους: και τους καταναλωτές και τη βιομηχανία.
Είναι προφανές πως οι καταναλωτές ζημιώνονται, αλλά και η βιομηχανία δεν φαίνεται να κερδίζει, τουλάχιστον όχι στο σύνολό της. Ο λόγος είναι πως η πιο μεγάλη «ευθύνη» για τις ανατιμήσεις σχετίζεται με τις τιμές ενέργειας όπως δείχνουν τα ιστορικά στοιχεία από ΕΛ.ΣΤΑΤ. και Eurostat.
Αν οι τιμές ενέργειας (που αποτελούν σημαντικό πεδίο τριβής με την κυβέρνηση, αφού οι εκπρόσωποι της αγοράς επιμένουν σε πακέτο στήριξης) αφαιρεθούν από τις μετρήσεις, τότε στην «καθαρή» μεταποίηση υπάρχουν μόνο μειώσεις τιμών, αλλά και πάλι διατηρώντας την «ψαλίδα» εις βάρος της προς εγχώρια διάθεση παραγωγής: το 2025 είχαμε έως 12,8% μείωση τιμών στα προς εξαγωγή αγαθά και έως 4,7% στα προς εγχώρια κατανάλωση…
Ο δυϊσμός αυτός στις τιμές δεν έχει μόνο επίπτωση στην τσέπη των καταναλωτών, αλλά και στην εσωτερική ζήτηση που δέχεται πιέσεις, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία για το ΑΕΠ, που δείχνουν οριακή μόνο άνοδο το 2ο τρίμηνο. Επίσης δεν είναι ενιαίος, έχει πολλές ταχύτητες και μία εξαίρεση: τα είδη διατροφής.
ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Σε πολλούς κλάδους η «ψαλίδα» είναι πολύ μεγάλη, με επίκεντρο τον κλάδο της ενέργειας αλλά και τομείς της «παραδοσιακής» βιομηχανίας. Στα είδη ένδυσης, οι προς εγχώρια διάθεση τιμές αυξάνονται, ενώ οι τιμές προς εξαγωγή μειώνονται ταχύτατα λόγω του ανταγωνισμού, με τη διαφορά στους σχετικούς δείκτες από το 2021, που είναι το έτος βάσης, έως σήμερα στο 66,45%. Στη ξυλεία και στα προϊόντα από ξύλο και φελλό η ψαλίδα είναι στο 10,5%, στο δέρμα και σε συναφή προϊόντα στο 10,1%, στα έπιπλα στο 8,4%, σε υφαντικές ύλες στο 4,2%, στα βασικά μέταλλα στο 3,9%, στο χαρτί και προϊόντα από χαρτί στο 2,3%.
Υπάρχει το πιο… ψηφιακό σκέλος, που και λόγω του ανταγωνισμού δεν μπορεί να παίξει με τους ίδιους όρους. Αλλά και τα τυποποιημένα τρόφιμα, που δέχονται συνεχείς πιέσεις και από την κυβέρνηση αλλά και από τις εποπτικές Αρχές λόγω του «καλαθιού του νοικοκυριού». Ενδεικτικά οι τιμές σε μηχανήματα και εξοπλισμό στην εγχώρια αγορά ήταν χαμηλότερες κατά 9% σε σχέση με τα προς εξαγωγή. Σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ηλεκτρονικά και οπτικά προϊόντα η «ψαλίδα» είναι στο 13,1% και στον ηλεκτρικό εξοπλισμό στο 15,3%.
Στα είδη διατροφής που είναι βιομηχανικά αγαθά (τυποποιημένα) οι τιμές αυξήθηκαν κατά 8,2% βραδύτερα σε σχέση με το εξωτερικό. Υπάρχει βεβαίως και ένα «αλλά», που σχετίζεται με την έκρηξη τιμών σε νωπά είδη που επιβαρύνουν τον καταναλωτή και το «καλάθι», αλλά και τις ίδιες τις βιομηχανίες, αν πρόκειται για πρώτες ύλες που και η ίδια χρησιμοποιεί.
Η μείωση τιμών παραγωγού στο ελαιόλαδο ήταν τον Ιούλιο μόνο 9% στην Ελλάδα και 15% στην Ε.Ε. Αλλά και στα φρούτα τα τελευταία δεδομένα Απριλίου για τις αγροτικές τιμές δείχνουν άνοδο 4,8% στην Ελλάδα και μείωση 3,2% σε επίπεδο Ε.Ε…

Ανατιμήσεις, με τριπλάσια ταχύτητα, «πιέζουν» τον τουρισμό
Η ανταγωνιστική θέση της χώρας έχει σχέση και με τη βαριά «βιομηχανία» του τουρισμού. Τα στοιχεία δείχνουν σε αυτό το πεδίο ανατιμήσεις με μεγάλο αγκάθι τα ξενοδοχεία, αλλά και με παράγοντες της αγοράς να κάνουν επίσης λόγο για φθηνά (σχετικά) πακέτα που είναι διαθέσιμα στον εισαγόμενο τουρισμό και για μεγάλη διαφορά στις τιμές πόρτας.
Τα στοιχεία δείχνουν πως στις υπηρεσίες συνολικά οι τιμές το 2024 αυξήθηκαν στην Ε.Ε. συνολικά κατά 3% και στην Ελλάδα κατά 4,6%. Το μεγάλο «αγκάθι» είναι η άνοδος στο κόστος διαμονής κατά 14,8% το πρώτο τρίμηνο, σχεδόν τριπλάσιο του κοινοτικού μέσου όρου (4,8%), που επίσης αυξάνει ρυθμό φέτος σε σχέση με πέρυσι. Οι αυξήσεις στην Ελλάδα είναι οι δεύτερες πιο υψηλές μετά την Κροατία.
Αλλά και ο συνολικός δείκτης διαμονής εστίασης τρέχει με ρυθμό 8,4% το πρώτο τρίμηνο, υπερδιπλάσιο του κοινοτικού μέσου όρου (4,1%). Το κόστος για τον τουρισμό που δέχεται πλέον πιέσεις αυξάνεται από τις συνολικές δαπάνες για να αντιμετωπιστεί το αυξημένο κόστος ζωής και μεταφορών, ενώ το ίδιο ισχύει και για την εσωτερική τουριστική ζήτηση.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 26/9/2025)





