Οι άμεσες ξένες επενδύσεις αφορούν κυρίως αγορές ακινήτων για Golden Visa, χωρίς καμία συμβολή στη βιομηχανία ή την απασχόληση
Του ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΛΑΝΤΑΛΙ
Λίγες ημέρες μετά τις εξαγγελίες Μητσοτάκη στη ΔΕΘ και τον πανηγυρικό τόνο που δόθηκε για το πιο γενναιόδωρο «καλάθι» μέτρων ήρθε η PwC με έκθεσή της να καταδείξει πως τα φορολογικά βάρη της μισθωτής εργασίας είναι πολύ υψηλά στην ελληνική οικονομία. Δεύτερος μεγαλύτερος εκτιμητικός οίκος, μέλος των Big Four accounting firms διεθνώς, η PwC με έδρα στο Λονδίνο, γι’ αυτό και στις αναλύσεις της δίνεται η δέουσα προσοχή από την κοινότητα. Στην έκθεση για τη «Φορολογία μισθωτών στην Ελλάδα και την Ευρώπη» σημειώνεται πως «η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα κινείται πάνω από τον μέσο όρο των υπό σύγκριση χωρών, κυρίως στα μεσαία επίπεδα ακαθάριστου εισοδήματος (20.000 ευρώ – 50.000 ευρώ), τόσο σε ονομαστικούς όρους όσο και σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPP)».
Με αναφορά στο Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία (Εκθεση Επιτροπής Πισσαρίδη/2020) διαπιστώνεται ότι η υπέρμετρη επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας από φόρους και εισφορές ειδικά στη μεσαία εισοδηματική κλίμακα έχει αρνητικές συνέπειες στη διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Με διαφορά λίγων ημερών ακολούθησε η Moody’s στην αξιολόγησή της για την ελληνική οικονομία (κυρίως τις προοπτικές την προηγούμενη Παρασκευή 19/9) για να αναβαθμίσει τη σοβαρότητα προειδοποίησης, διατηρώντας την αξιολόγηση σταθερή στο Baa3, αφήνοντας αμετάβλητο το outlook. Ο οίκος αποδίδει μεν στην κυβέρνηση ισχυρό ιστορικό μεταρρυθμίσεων, που έχει οδηγήσει σε ορατές βελτιώσεις σε θεσμούς και διακυβέρνηση, ισχυρότερες επιδόσεις στο τραπεζικό σύστημα, ευνοϊκή δομή χρέους και σημαντικό κεφαλαιακό «μαξιλάρι», αλλά… προειδοποιεί ότι η οικονομική ανάπτυξη θα μπορούσε να επιβραδυνθεί μόλις ολοκληρωθεί η απορρόφηση κονδυλίων/χορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανασυγκρότησης. Εμμεσα ο οίκος (ο μεγαλύτερος, ισχυρότερος αξιολογητής χρέους παγκοσμίως, με βαρύτητα 40% στη συνολική στάθμιση) σημειώνει το κοινώς γνωστό πως ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας σε πολύ μεγάλο ποσοστό οφείλεται στα κεφάλαια του RRF.
Και εδώ αρχίζουν τα «αγκάθια», 3+1 συνοπτικά ιδωμένα: Στα 7,959 δισ. το πρωτογενές πλεόνασμα (περίοδος Ιανουάριος – Ιούλιος), υπερβαίνοντας κατά πολύ τον στόχο των 3,599 δισ. που είχαν τεθεί. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, τα πλεονάσματα οφείλονται στην πάταξη της φοροδιαφυγής, τομέας όπου όντως έχουν γίνει βήματα, πλην όμως, όπως αποτυπώνεται σε διάφορες χρονικές περιόδους (λ.χ. 5μηνο), η θετική διαφορά προκύπτει από την υποεκτέλεση στο σκέλος των δαπανών.
Πρακτικά στις δαπάνες Προϋπολογισμού αντί των 29,812 δισ. πραγματοποιήθηκαν 27,094 δισ., ήτοι 2,718 δισ. λιγότερα. Την ίδια περίοδο (5μηνο) στα φορολογικά έσοδα καταγράφεται υπέρβαση 1,723 δισ. Δηλαδή, η σχέση των δύο είναι 63%/37%. Επιπλέον, όπως σημειώνεται σε έκθεση του ΚΕΠΕ, η υπέρβαση του στόχου για τα φορολογικά έσοδα δεν θα πρέπει να αποδοθεί συνολικά στην πάταξη της φοροδιαφυγής, αλλά και στο γεγονός ότι οι συντελεστές παραμένουν σταθεροί, ενώ ο κατώτερος μισθός αυξάνεται. Στο συγκεκριμένο μένει να φανεί ποια θα είναι (δυνητικά) η απόδοση των μέτρων που εξήγγειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
Αμεσες ξένες επενδύσεις, τομέας που πάσχει διαχρονικά, με τα προβλήματα να μη δύνανται να κρυφτούν ούτε από τις εφάπαξ εκταμιεύσεις και τις όποιες σημαντικές επιχειρηματικές συμφωνίες ούτε από τις περιόδους αύξησης των εξαγωγών (με παράλληλη ενίσχυση εισαγωγών).
Για την κυβέρνηση το 2024 ήταν μία καλή χρονιά, καθώς οι ΑΞΕ διαμορφώθηκαν στα 5,984 δισ. ευρώ, μόνο που τα 2,9 δισ. προήλθαν από την καταβολή μέρους του τιμήματος για την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή από τη Masdar στο τέταρτο 3μηνο του 2024. Δίχως αυτό οι ΑΞΕ θα ήταν ισόποσα λιγότερες. Και πάλι, όμως, αναλύοντας περαιτέρω τη σύνθεση των «ξένων επενδύσεων» το μεγαλύτερο μέρος των εισροών προέρχεται από τις ιδιωτικές αγοραπωλησίες ακινήτων. Σύμφωνα με στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, στην ενότητα «άμεσες επενδύσεις μη κατοίκων στην Ελλάδα ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας» ο κλάδος των ακινήτων υπερβαίνει τη μεταποίηση. Η αγορά σε ακίνητο -λόγω Golden Visa, ένα σημαντικό ποσοστό- δεν αποτελεί παραγωγική επένδυση. Αττική και τουριστικές περιοχές τα τελευταία τρία και… χρόνια το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων ακινήτων είναι από ξένους για Golden Visa. Κατά βάση Κινέζοι, Ισραηλινοί, Λιβανέζοι και αρκετοί ακόμα κυρίως από Μέση Ανατολή. Κεντρική Μακεδονία, κυρίως δε σε Χαλκιδική και προς Αλεξανδρούπολη αγορές γίνονται κυρίως από Βουλγάρους και Ρουμάνους. Η Golden Visa δεν συνιστά παραγωγική επένδυση, αλλά ανταλλαγή, καθώς ο αγοραστής επιδιώκει να αποκτήσει πρόσβαση στην Ευρώπη. Στην πλειονότητά τους οι κατοικίες/διαμερίσματα μένουν κλειστά, υπενοικιάζονται μέσω λ.χ. πλατφόρμας BlueGround, μισθώνονται ως airbnb και ελάχιστα ενοικιάζονται μακροχρόνια.
Ελλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με το ΙΟΒΕ -στις περισσότερες εκθέσεις του- να προειδοποιεί για απώλεια ανταγωνιστικότητας, «μονοκαλλιέργεια» τουρισμού, ελλιπές παραγωγικό μοντέλο. Σύμφωνα με το ίδρυμα, το 2026 ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι μεν 2,6% με το ΤΑΑ να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, αλλά, όπως θυμίζει ο Νίκος Βέττας, η υλοποίηση του προγράμματος θα είναι στο τελευταίο έτος. Ουσιαστικά, ο γενικός γραμματέας του ιδρύματος επιφυλάσσεται -όπως και οι οικονομολόγοι της Moody’s- για τη μετά ΤΑΑ περίοδο. Αλλωστε, κοινός τόπος πως βασικό «εργαλείο» για την άνοδο του ΑΕΠ της χώρας είναι η κατανάλωση, που υπολογίζεται στο 1,8% για το 2025 και στο 1% για το 2026. Σε αυτό δεν υπολογίζεται η ροή στην οικονομία «καθαρών εκταμιεύσεων», θέμα που απασχολεί τους θεσμούς, γι’ αυτό, και όπως αποκάλυπτε η «DEALnews» (στο προηγούμενο φύλλο)» «οι θεσμοί… ξανάρχονται για το Ταμείο Ανάκαμψης», περίπου το διάστημα που η Standard & Poor’s θα βαθμολογεί το αξιόχρεο της ελληνικής οικονομίας (στις 17 Οκτωβρίου). Μένει να φανεί εάν ο δεύτερος μεγαλύτερος Credit Rating Agency -μετά τον οίκο Moody’s- θα είναι εξίσου προειδοποιητικός προς την κυβέρνηση.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 26/9/2025)





