Το ατύχημα με την οικονομική επιστήμη είναι πως προσφέρεται για ευτελή πολιτική χρήση. Αυτό το βλέπουμε διεθνώς.
Του ΑΝΤΩΝΗ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ*
Κάποιοι επιτήδειοι οικονομολόγοι φτιάχνουν μια απατηλή εικόνα που με δεξιότητα παραπλανά τον μη υποψιασμένο αναγνώστη και τον οδηγεί στη σύγχυση. Οχυρωμένοι πίσω από μια τεχνική γλώσσα αποκρύπτουν το ουσιώδες και αναδεικνύουν το δευτερεύον και έτσι, τελικά, προδίδουν την αποστολή τους, που είναι βέβαια η διακόνηση της αλήθειας.
Την παραπάνω τακτική έχει τελειοποιήσει ο διοικητής της ΤτΕ κ. Στουρνάρας. Οποιος μπει στον κόπο να διαβάσει είτε τις ετήσιες εκθέσεις του είτε την έκθεση για τη νομισματική πολιτική (η οποία κατ’ ευφημισμόν λέγεται έτσι, διότι η Ελλάδα έχει απολέσει τη δυνατότητα να ασκεί νομισματική πολιτική) σχηματίζει προς στιγμήν την εντύπωση ότι ζούμε σε μια ευημερούσα χώρα που δρέπει δάφνες σε όλους τους τομείς. Βέβαια, επειδή πρέπει να τηρηθούν τα προσχήματα, επισημαίνεται πάντα ότι το διεθνές περιβάλλον είναι ασταθές, υπάρχει κλιματική αλλαγή που δημιουργεί κόστη, η δημογραφική συρρίκνωση απειλεί το ασφαλιστικό σύστημα και άλλοι κίνδυνοι, που όμως ποτέ δεν οφείλονται στην ελληνική διοίκηση. Αντιθέτως, οι κυβερνώντες θωρακίζουν την Ελλάδα από τις φουρτούνες που έρχονται απέξω.
Τελευταίο ολίσθημα είναι το κεφάλαιο περί Φορολογικής Διάβρωσης στην Ελλάδα (Νομισματική Πολιτική, Ιούνιος 2025, σελ. 115 και εφεξής). Φορολογική διάβρωση ονομάζουμε το φαινόμενο που παρατηρείται όταν σε συνθήκες πληθωρισμού δεν αναπροσαρμόζεται η φορολογική κλίμακα, με αποτέλεσμα οι φορολογούμενοι να μεταπίπτουν σε πιο υψηλό φορολογικό συντελεστή, ενώ στην πραγματικότητα το εισόδημά τους δεν έχει αυξηθεί. Ετσι κάποιος που είχε εισόδημα ευρώ 29.000 και φορολογείτο με συντελεστή 28% (δες πίνακα), όταν το εισόδημά του αναπροσαρμόστηκε πληθωριστικά σε 32.000 ευρώ φορολογήθηκε πλέον με συντελεστή 36%. Ετσι η φορολογική του επιβάρυνση μεγαλώνει και το μετά την αφαίρεση του φόρου εισόδημά του μειώνεται. Τα τελευταία χρόνια, που έχουμε έντονο πληθωρισμό, η μεσαία τάξη στην Ελλάδα έχει πληγεί ιδιαιτέρως από αυτήν την πονηρή τακτική της κυβερνήσεως (βεβαίως γίνεται και στο εξωτερικό).
| Φορ. συντελεστής Εισόδημα | Εισόδημα |
| 9% | έως 10.000 |
| 22% | 10.000 – 20.000 |
| 28% | 20.000 – 30.000 |
| 36% | 30.000 – 40.000 |
| 44% | 40.000 και άνω |
Οι συγγράψαντες το σχετικό κεφάλαιο αναλαμβάνουν να μας πείσουν ότι «η φορολογική πολιτική της περιόδου 2019-23 αντιστάθμισε πλήρως τις επιπτώσεις της φορολογικής διάβρωσης, διατηρώντας σταθερά τα έσοδα Φορολογίας Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων (ΦΕΦΠ)». Δηλαδή μας λένε ότι οι φορολογούμενοι, παρότι πάρα πολλοί εξ αυτών μετέπεσαν σε υψηλότερο φορολογικό συντελεστή μέσα στην τετραετία 2019-23, δεν επιβαρύνθηκαν περισσότερο. Πώς είναι δυνατόν να έγινε αυτό;
Οι συγγραφείς αρχίζουν με μια απολύτως ορθή θεωρητική παρουσίαση του θέματος. Διαχωρίζουν τον πληθυσμό σε εισοδηματικές τάξεις και μας λένε ότι η ελαστικότητα του φόρου ως προς τη φορολογητέα βάση (δηλαδή το μέγεθος της επίπτωσης της φορολογικής διάβρωσης) «διαφοροποιείται σημαντικά κατά μήκος της εισοδηματικής κατανομής». Στο κατώτερο εισοδηματικό δεκατημόριο η επίπτωση είναι χαμηλή. Αντίθετα, στα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά δεκατημόρια η επίπτωση είναι σημαντικά υψηλότερη. «Το 2023 η προοδευτικότητα της φορολογικής κλίμακας ανέλαβε κυρίαρχο ρόλο, καθώς η αύξηση των εισοδημάτων οδήγησε σε μετατόπιση των φορολογουμένων σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια. (…) Η φορολογική διάβρωση εντάθηκε σε αυτές τις κατηγορίες φορολογουμένων». Τέλος, «στα υψηλότερα εισοδήματα η επίπτωση της διάβρωσης είναι χαμηλότερη, καθώς οι φορολογούμενοι παραμένουν στα ίδια κλιμάκια (…)».
Μέχρις εδώ έχουμε μια εξαιρετική παρουσίαση του φαινομένου, καθώς και μια ομολογία του ποιος πραγματικά θίγεται απ’ αυτό. Ομως οι συγγραφείς σπεύδουν να ανατρέψουν το ίδιο τους το συμπέρασμα: μας λένε ότι τα εισοδήματα των φυσικών προσώπων δεν εθίγησαν (ενώ παραπάνω μας είχαν εξηγήσει πώς ακριβώς εθίγησαν), διότι δεν αυξήθηκαν τα έσοδα από τη ΦΕΦΠ. Μας λένε ότι, ενώ τα έσοδα από φόρους θα έπρεπε να είναι αυξημένα λόγω της διάβρωσης, στην πραγματικότητα δεν ήταν: «ο μέσος αποτελεσματικός (σημείωση: κακή μετάφραση του αγγλικού όρου effective, που ορθά θα έπρεπε να έχει μεταφραστεί ως πραγματικός) συντελεστής φορολόγησης των εισοδημάτων φυσικών προσώπων υποχώρησε οριακά κατά 0,15%, σε 8,7%». Προχωρούν μάλιστα στη συνέχεια, λέγοντας ότι οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις της περιόδου 2019-23 ενίσχυσαν την αναδιανεμητική ικανότητα του φορολογικού συστήματος.
Υπάρχουν άλλοι, πολλοί πιο πιθανοί, λόγοι που δεν αυξήθηκαν τα έσοδα από τη ΦΕΦΠ. Γιατί δεν εξέτασαν τα έσοδα από τη ΦΕΦΠ ανά εισοδηματικό δεκατημόριο και τα εξετάζουν μόνο ως σύνολο; Αν το έκαναν αυτό, θα έβρισκαν ότι η αύξηση του εσόδου στα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά δεκατημόρια ισοσταθμίστηκε από τη μείωση του εσόδου στα υψηλά εισοδηματικά δεκατημόρια. Ετσι προέκυψε η μη αύξηση του συνολικού εσόδου.
Η φορολογική αφαίμαξη της μεσαίας τάξης και η εξουθένωσή της είναι η εύκολη λύση για την κυβέρνηση. Είναι γνωστό ότι η ανώτερη τάξη μπορεί να μεταφέρει έσοδα από μία οντότητα σε άλλη (π.χ., σε κάποια εταιρία), αναλόγως πού θα πετύχει τη χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση. Επίσης, μπορεί να μεταφέρει έσοδα από τη μία χρήση στην άλλη και να αναβάλει τη φορολόγηση για όσα χρόνια θέλει. Αυτές οι δυνατότητες δεν είναι προσιτές στη μεσαία τάξη, που μάλιστα συνήθως φορολογείται στην πηγή. Σε όλα αυτά η έκθεση περί «Νομισματικής Πολιτικής» της ΤτΕ δεν κάνει την παραμικρή αναφορά.
Ευτυχώς κάποιοι άλλοι οικονομολόγοι, από τη Eurobank Research, σε πρόσφατη μελέτη τους, με τίτλο «Πληθωρισμός και Φορολογική Επιβάρυνση των Νοικοκυριών», εξετάζουν ακριβώς το ίδιο θέμα και καταλήγουν σε σωστά συμπεράσματα. Οι οικονομολόγοι της Eurobank Research υπολογίζουν ότι η φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων από μισθωτές υπηρεσίες, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, δηλαδή ο πραγματικός (effective) φορολογικός συντελεστής, αυξήθηκε από 9,9% το 2021 σε 11,1% το 2023. Το 37% της αύξησης αυτής προήλθε από τη μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Αν η κλίμακα είχε τιμαριθμοποιηθεί πλήρως, τα φορολογικά έσοδα από τις προαναφερθείσες κατηγορίες εισοδημάτων θα ήταν κατά 9,2% χαμηλότερα.
Πρέπει να συγχαρεί κανείς τους οικονομολόγους της Eurobank Research για την επιστημονική τους εντιμότητα: ενώ θα μπορούσαν να αφήσουν το ζήτημα εκεί, ασχολούνται περαιτέρω με το πώς επιδρά η φορολογική διάβρωση (ή αλλιώς «ολίσθηση κλιμακίου»), αναλόγως με την πηγή προέλευσης των εισοδημάτων. Μέτρησαν, λοιπόν, και μας ενημερώνουν ότι για τα εισοδήματα από μισθωτή εργασία και συντάξεις (δηλαδή χαμηλά και μεσαία εισοδήματα), η αύξηση του αναλογούντος φόρου από το 2021 στο 2023 οφείλεται κατά 47% στη φορολογική διάβρωση. Αντιθέτως, για τα εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα η αύξηση του αναλογούντος φόρου οφείλεται μόνο κατά 16% στη φορολογική διάβρωση (και κατά το υπόλοιπο ποσοστό σε πραγματική αύξηση των εισοδημάτων).
Αλλά η ΤτΕ μας λέει ότι η κυβέρνηση έλαβε άλλα μέτρα που αντισταθμίζουν τη μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Είναι πράγματι έτσι; Ως αντιστάθμιση αναφέρεται η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης. Η Eurobank Research απαντά: «Ολοι οι υπόλοιποι φορολογούμενοι με μισθούς, πέραν του πλουσιότερου 10%, θα πλήρωναν χαμηλότερο φόρο εάν, αντί της κατάργησης της εισφοράς αλληλεγγύης, η φορολογική κλίμακα είχε τιμαριθμοποιηθεί πλήρως».
Οφείλουμε ευχαριστίες στους οικονομολόγους της Eurobank Research που προσέγγισαν αυτό το δύσκολο θέμα με επιστημονική επάρκεια και τιμιότητα. Οσο για τους οικονομολόγους της ΤτΕ, προτίμησαν να ξεχάσουν την επιστημονική τους ιδιότητα για να ευχαριστήσουν τον πολιτικό τους πάτρωνα.
*Οικονομολόγος, με μακρά εμπειρία στο εξωτερικό
antonis1103@gmail.com
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 19/9/2025)





