Υπό πίεση η ελληνική σημαία

«Συγκέντρωση» του κλάδου αποκαλύπτουν δυο πρόσφατες έρευνες, με λιγότερες εταιρίες αλλά περισσότερα πλοία και χωρητικότητα

Η ελληνόκτητη ναυτιλία ενισχύεται διεθνώς, ενώ ο στόλος υπό ελληνική σημαία δέχεται πιέσεις, όπως προκύπτει από δύο έρευνες «ακτινογραφίες» του κλάδου. Τα πλοία/χωρητικότητα αυξάνονται, αλλά οι εταιρίες μειώνονται οριακά, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει ότι τα τελευταία χρόνια ισχυροποιούνται κυρίως οι μεγάλοι «παίκτες».

Τα συμπεράσματα αυτά για την ελληνική και ελληνόκτητη ναυτιλία προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από τα στοιχεία των ερευνών οι οποίες έγιναν από την Petrofin, του Τεντ Πετρόπουλου, και από τα «Ναυτικά Χρονικά», του Ηλία Μπίσια. Στην πρώτη έρευνα, οι ναυτιλιακές εταιρίες ελληνικών συμφερόντων ανέρχονται σε 588, οι οποίες διαχειρίζονται 6.708 πλοία, ενώ στη δεύτερη έρευνα καταγράφονται 572 επιχειρήσεις που διαχειρίζονται 5.340 πλοία. Οι αριθμοί παρουσιάζουν αποκλίσεις επειδή στην έρευνα της Petrofin παρουσιάζονται οι ελληνικών συμφερόντων εταιρίες και στόλοι παγκοσμίως και τα «Ναυτικά Χρονικά» «μετρούν» τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στον Πειραιά και στην Αθήνα με ελάχιστη χωρητικότητα ≥1.000 gt και εκτός επιβατηγού ναυτιλίας.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση των «Ναυτικών Χρονικών», σε Πειραιά και Αθήνα βρίσκονται εγκατεστημένες 572 εταιρίες διαχείρισης εμπορικών πλοίων, πλην της επιβατηγού ναυτιλίας, καθένα εκ των οποίων διαθέτει χωρητικότητα τουλάχιστον 1.000 gt. Τα πλοία ανέρχονται σε 5.340 (αύξηση 2,3%), έναντι της αντίστοιχης έρευνας του 2024 που είχε καταγράψει 5.222 πλοία (αύξηση κατά 2,9%, έναντι της αντίστοιχης έρευνας του 2023, με 5.187 πλοία).

Ο αριθμός των εταιριών εμφανίζεται μειωμένος κατά 0,3% σε ετήσια βάση (574 εταιρίες) και αυξημένος κατά 2,1% έναντι του 2023 (560). Από αυτές, οι 308 (53,8%) διαχειρίζονται αποκλειστικά bulk carriers και οι 119 (20,8%) αποκλειστικά δεξαμενόπλοια. Συνεπώς, τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις διαχειρίζονται στόλο με εξειδίκευση σε έναν τύπο πλοίου της χύδην φορτηγού ναυτιλίας.

Επίσης, εννέα εταιρίες (1,6% του συνόλου) διαχειρίζονται αποκλειστικά containerships, πέντε εταιρίες (0,9%) αποκλειστικά LNG carriers και εννέα (1,6%) αποκλειστικά LPG carriers, ενώ 28 (4,9%) πλοία άλλων τύπων, τα οποία στην πλειονότητά τους είναι μεταφοράς ασβεστόλιθου (τσιμεντάδικα), γενικού φορτίου, πλοία-ψυγεία και μεταφοράς οχημάτων.

Ακόμα ένα έτος, αναφέρεται στην έκθεση των «Ναυτικών Χρονικών», καταγράφεται σημαντική μεταβολή του αριθμού εταιριών διαχείρισης δύο ή περισσότερων τύπων πλοίων. Συγκεκριμένα, υπάρχουν 94 εταιρίες που εμπίπτουν στη συγκεκριμένη κατηγορία ειδίκευσης και οι οποίες κυρίως κατά κανόνα διαχειρίζονται bulk carriers και δεξαμενόπλοια ή bulk carriers και containerships. Στην έρευνα του 2024 ο αριθμός τους ήταν 105, ενώ στην έρευνα του 2023 ήταν 95.

Αξιοσημείωτη μεταβολή αποτελεί η σταδιακή άνοδος των εταιριών αποκλειστικής διαχείρισης bulk carriers, από 288 το 2023, σε 291 το 2024 και σε 308 το 2025.

Στην αντίθετη κατεύθυνση, με μικρότερη ένταση, ωστόσο, κινήθηκαν οι εταιρίες που διαχειρίζονται αποκλειστικά δεξαμενόπλοια. Ο αριθμός τους το 2025 ανήλθε σε 119 εταιρίες, έναντι 122 το 2024 και 124 το 2023.

Οι διαφορές στον μέσο αριθμό πλοίων που διαχειρίζονται οι επιχειρήσεις της κάθε κατηγορίας ειδίκευσης είναι σημαντικές. Οι 308 εταιρίες αποκλειστικής διαχείρισης bulk carriers διαθέτουν αθροιστικό στόλο 2.079 πλοίων, με τον μέσο αριθμό πλοίων ανά εταιρεία να ανέρχεται σε 6,8.

Οι 119 εταιρίες αποκλειστικής διαχείρισης δεξαμενόπλοιων διαθέτουν αθροιστικό στόλο 1.186 πλοίων, με τον μέσο αριθμό πλοίων ανά εταιρία να ανέρχεται σε 9,9. Για τις εταιρίες διαχείρισης πολλαπλών τύπων πλοίων ο στόλος αριθμεί 1.630 πλοία, με τον μέσο όρο πλοίων ανά εταιρία να ανέρχεται σε 17,5.

Οι έξι εταιρίες που διαχειρίζονται αποκλειστικά LNG carriers είναι κατά μέσο όρο μεγάλου μεγέθους. Ο στόλος τους αγγίζει τα 120 πλοία και ο μέσος αριθμός πλοίων ανά εταιρία διαμορφώνεται σε 24.

ΜΕΓΕΘΗ

Από τις 572 ναυτιλιακές επιχειρήσεις, το 54% (307) είναι μικρού μεγέθους, το 30% (175) είναι μεσαίου μεγέθους και το 16% (90) είναι μεγάλου μεγέθους. Το ποσοστό των μεγάλων επιχειρήσεων καταγράφει περιορισμένες μεταβολές τα τελευταία τρία έτη. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι και το 2023 το ποσοστό ήταν 16%.

Αντιθέτως, στην περίπτωση των εταιριών μικρού μεγέθους, το ποσοστό έχει μειωθεί από το 57% το 2023, σε 54% το 2025, με συνεπακόλουθη άνοδο του ποσοστού των επιχειρήσεων μεσαίου μεγέθους από 27% το 2023 σε 30% το 2025.

ΑΤΤΙΚΗ

Στην ευρύτερη περιοχή Πειραιάς/Αθήνα βρίσκονται 307 ναυτιλιακές επιχειρήσεις μικρού μεγέθους (με στόλο έως πέντε πλοία). Ο αριθμός τους έχει μειωθεί σε σχέση με την αντίστοιχη έρευνα του 2024, οπότε και ήταν ίσος με 321. Οι ναυτιλιακές αυτές φέτος διαχειρίζονται αθροιστικά 815 πλοία (15% του στόλου), με καθεμία να διαθέτει συνεπώς κατά μέσο όρο 2,7 πλοία.

Από τις 307 εταιρίες, οι 86 διαχειρίζονται μόλις ένα πλοίο (28% των εταιριών μικρού μεγέθους), οι 68 δύο πλοία (22% των εταιριών), οι 62 τρία πλοία (20%), οι 48 τέσσερα (16%) και οι 43 (14%) πέντε πλοία.

Σε ετήσια βάση καταγράφεται μείωση του αριθμού εταιριών διαχείρισης ενός πλοίου (-5), δύο πλοίων (-11), τεσσάρων πλοίων (-3) και πέντε πλοίων (-2). Αντίθετα, σημειώνεται άνοδος του αριθμού εταιριών διαχείρισης τριών πλοίων (+7).

Το 30% των ναυτιλιακών επιχειρήσεων εμπίπτουν στην κατηγορία των εταιριών μεσαίου μεγέθους, καθώς διαχειρίζονται από 6 έως 15 πλοία. Ο αριθμός τους έχει αυξηθεί ελαφρώς έναντι του 2024, στις 175 από 168.

Ο αθροιστικός στόλος των 175 εταιριών αγγίζει τα 1.646 πλοία. Κατά μέσο όρο μια ναυτιλιακή επιχείρηση μεσαίου μεγέθους διαχειρίζεται 9,4 πλοία. Από αυτές τις εταιρίες, οι 116 (66% των εταιριών μεσαίου μεγέθους και συν έξι σε σύγκριση με το 2024) διαχειρίζονται από 6 έως 10 πλοία, ενώ οι 59 (34%) από 11 έως 15 πλοία (συν μία σε σύγκριση με πέρυσι).

Το 16% των εταιριών διαθέτουν στόλο τουλάχιστον 16 πλοίων και συνεπώς θεωρούνται μεγάλου μεγέθους. Ο αριθμός τους έχει αυξηθεί ελαφρώς έναντι του 2024, από 85 σε 90. Αθροιστικά ο στόλος αγγίζει τα 2.879 πλοία. Κατά μέσο όρο μια εταιρία μεγάλου μεγέθους διαχειρίζεται 32 πλοία.

Στο «τιμόνι» της αγοράς χύδην ξηρού φορτίου

Κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια αγορά ναυτιλίας χύδην ξηρού φορτίου διαδραματίζουν οι Έλληνες εφοπλιστές, καθώς, σύμφωνα με την Ετήσια Εκθεση της Ενωσης Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ), το 25,2% του παγκόσμιου στόλου bulk carriers βρίσκεται υπό ελληνική διαχείριση.

Στον Πειραιά και στην Αθήνα υπάρχουν 308 εταιρίες αποκλειστικής διαχείρισης bulk carriers (ποσοστό 53,8% επί του συνόλου). Ο αριθμός τους έχει αυξηθεί σε σύγκριση με το 2024 (291). Αθροιστικά, ο στόλος τους φτάνει τα 2.079 πλοία (38,9% του συνόλου).

Από τις 308 εταιρίες, οι 188 (61%) είναι μικρού μεγέθους, οι 94 (31%) είναι μεσαίου μεγέθους και οι 26 (8%) είναι μεγάλου μεγέθους. Τα ποσοστά διαφοροποιούνται ελαφρώς έναντι του 2024 και του 2023, με το ποσοστό των εταιριών μικρού μεγέθους να έχει μειωθεί από 64% σε 61% και εκείνο των μεσαίου μεγέθους να έχει αυξηθεί από 28% σε 31%.

Ταυτόχρονα, οι εταιρίες αποκλειστικής διαχείρισης bulk carriers είναι μικρότερες, κατά μέσο όρο, σε μέγεθος. Αυτό αντανακλάται και στο γεγονός ότι το ποσοστό εταιριών μικρού μεγέθους είναι 61%, εφόσον ληφθούν υπόψη μόνο οι εταιρίες αποκλειστικής διαχείρισης bulk carriers, αλλά 54% εάν συνυπολογιστούν όλες οι επιχειρήσεις σε Πειραιά και Αθήνα. Από τις 188 εταιρίες αποκλειστικής διαχείρισης bulk carriers μικρού μεγέθους, 46 (24%) διαχειρίζονται μόλις ένα πλοίο, 38 (20%) δύο πλοία, 41 (22%) τρία, 30 (16%) τέσσερα και 33 (18%) πέντε πλοία.

Δεδομένου του πρωταγωνιστικού ρόλου των Ελλήνων πλοιοκτητών στην παγκόσμια αγορά δεξαμενόπλοιων, ένας σημαντικός αριθμός ναυτιλιακών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στον Πειραιά και στην Αθήνα επικεντρώνεται αποκλειστικά στη διαχείριση δεξαμενόπλοιων.

Εκατόν δεκαεννέα εταιρίες διαχειρίζονται αποκλειστικά δεξαμενόπλοια: οι 60 από αυτές (50%) είναι μικρού μεγέθους, οι 38 (32%) είναι μεσαίου μεγέθους και οι 21 (18%) είναι μεγάλου μεγέθους.

Ο αριθμός τους έχει μειωθεί οριακά έναντι του 2024, οπότε και υπήρχαν 122 αντίστοιχες εταιρίες. Ο αθροιστικός τους στόλος αγγίζει τα 1.186 πλοία και συνεπώς οι εταιρίες αποκλειστικής διαχείρισης tankers διαχειρίζονται κατά μέσο όρο 9,9 πλοία.

όσον αφορά την κατανομή μεγέθους, εκείνη παρουσιάζει οριακές διαφορές σε σύγκριση με το 2024, με οριακή πτώση να καταγράφεται στο ποσοστό που καταλαμβάνουν οι εταιρίες μικρού μεγέθους (από 52% πέρσι σε 50% φέτος).

Ταυτόχρονα, έχει αυξηθεί το ποσοστό που καταλαμβάνουν οι εταιρίες μεσαίου μεγέθους (από 30% σε 32%). Από τις εταιρίες διαχείρισης δεξαμενόπλοιων μικρού μεγέθους (60), οι 22 (36,7%) διαχειρίζονται μόλις ένα πλοίο, οι 16 (26,7%) δύο, οι 10 (16,7%) τρία, οι οκτώ (13,2%) τέσσερα και οι τέσσερις (6,7%) πέντε πλοία.

Οσον αφορά τις μονοβάπορες εταιρίες, πρόκειται για 22 δεξαμενόπλοια, εκ των οποίων τα τέσσερα έχουν χωρητικότητα κάτω από 10.000 dwt και τα υπόλοιπα τέσσερα διαθέτουν χωρητικότητα κατά μέσο όρο περίπου 15.000 dwt. Τα οκτώ αυτά tankers ανήκουν στην κατηγορία των Small Tankers, με το μέγεθός τους να είναι ιδιαίτερα μικρό.

Τα 5.340 πλοία του στόλου ελληνικής διαχείρισης έχουν κατασκευαστεί κατά κύριο λόγο στη Νότια Κορέα, στην Κίνα και την Ιαπωνία. Σε αυτές τις χώρες έχουν κατασκευαστεί αθροιστικά το 92% του στόλου που διαχειρίζονται εταιρίες εγκατεστημένες στον Πειραιά και στην Αθήνα: Νότια Κορέα 33%, Κίνα 32%, Ιαπωνία 27%.

Αύξηση στόλου, γήρανση και φυγή δεξαμενόπλοιων

(EUROKINISSI)

Οι ελληνικές ναυτιλιακές εταιρίες, σύμφωνα με την έρευνα της Petrofin, διαχειρίζονται 6.708 ποντοπόρα πλοία, ενώ με ελληνική σημαία, με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, τα φορτηγά και τα δεξαμενόπλοια είναι μόνο 759 πλοία.

Από τα συμπεράσματα της έρευνας της Petrofin προκύπτει ότι αυξήθηκαν ο αριθμός των πλοίων και η χωρητικότητα, όμως μειώθηκαν οι ελληνόκτητες ναυτιλιακές εταιρίες. Συγκεκριμένα, αύξηση εμφανίζει ο ελληνόκτητος στόλος στο τέλος του 2024, που έφτασε τα 488,6 εκατ. dwt και παρουσίασε αύξηση κατά 2,9%. Την ίδια περίοδο αυξήθηκε και ο αριθμός των πλοίων κατά 214 μονάδες και ανήλθε στα 6.708 πλοία. Ωστόσο, ο αριθμός των ελληνικών ναυτιλιακών εταιριών μειώθηκε σε 588 από 592 που ήταν στο τέλος του 2023.

Αναλυτικότερα, οι μεγαλύτερες ναυτιλιακές συνεχίζουν να επεκτείνονται και οι εταιρίες με 25 και πλέον πλοία έφτασαν τις 60, αυξάνοντας τον στόλο τους κατά 16,5 εκατ. dwt, έναντι μόλις 7,86 εκατ. dwt το 2023.

Σύμφωνα με τα ετήσια στοιχεία της Petrofin, η μέση ηλικία των πλοίων αυξήθηκε σε 14,6 χρόνια, από 14,3 το 2023. Αυτό οφείλεται στη χαμηλή απόσυρση παλαιών πλοίων, καθώς η αγορά ευνοεί τη συνέχιση της λειτουργίας τους, στη μικρή αναλογία νέων παραδόσεων σε σχέση με το συνολικό στόλο και στην αναμενόμενη αύξηση νέων παραγγελιών που θα παραδοθούν την τριετία 2026-2028.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), τον μήνα Ιούνιο του 2025 ο ελληνικός στόλος αριθμούσε 1.839 πλοία άνω των 500 κόρων, συνολικής χωρητικότητας 35.156.664 κόρων, έναντι 1.826 συνολικής χωρητικότητας 36.398.186 κόρους που ήταν το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Με άλλα λόγια, ο αριθμός των πλοίων αυξήθηκε κατά 13 πλοία, αλλά μειώθηκε κατά 1.224.522 κόρους, που οφείλεται κυρίως στη φυγή των δεξαμενόπλοιων.

Επίσης, σημαντικό στοιχείο είναι ότι μειώθηκαν κατά 12 τα ποντοπόρα πλοία, 9 τα φορτηγά και 3 τα δεξαμενόπλοια. Αντίθετα, αυξήθηκαν κατά 20 τα επιβατηγά πλοία και κατά 5 τα διάφορα πλοία.

Τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους υπήρχαν 351 φορτηγά, 408 δεξαμενόπλοια, 798 επιβατηγά πλοία και 282 διάφορα πλοία. Επί της ουσίας, τα επιβατηγά πλοία, που είναι 798, είναι περισσότερα από τα εμπορικά, που είναι 759 πλοία.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (19 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ